Μεταφέροντας αναμνήσεις

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

Στα ρεβέρ του παντελονιού

οι δρόμοι που σκονίστηκα
τα γρασίδια που ξάπλωσα
οι βροχές που μούσκεψα
οι λάσπες που δεν πρόσεξα.

Στα ρεβέρ του παντελονιού

οι βόλτες που ξέχασα
οι μέρες που πέρασαν
οι φίλοι που χάθηκαν
οι σκέψεις που θάμπωσαν.

Τα ρεβέρ του παντελονιού

με μια κίνηση
γυρίζοντας
αδειάζουν μπροστά μου
αναμνήσεις.


Φθινόπωρο

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2009

Πέφτουν τα φύλλα απ’ τα δεντρά
κι απ’ το κεφάλι οι τρίχες
δες στον καθρέφτη μια φορά
και σκέψου πόσες είχες


Το παρελθόν ως δώρο

Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2009

Αφήσαμε πίσω μας τα απομεινάρια από τα παλιά τείχη, εκείνα τα τείχη που αφηγούνταν τη συλλογική ιστορία, την ιστορία των ανθρώπων που τα έχτισαν, που τα γκρέμισαν, που ήρθαν και πάλι κοντά τους για να ξεκινήσουν μια ζωή μέσα από παραπήγματα.

Συνεχίσαμε περπατώντας ανάμεσα στα νεώτερα κτίσματα, μέσα από σοκάκια που μύριζαν λέξεις όπως γειτονιά, αυλή, κουτσομπολιό, κληματαριά, γιαγιά, λέξεις που βρίσκονταν στο φυσικό τους περιβάλλον κι έμοιαζαν τόσο όμορφες.

Δεν μου έλεγε πού πηγαίναμε, αλλά ένοιωθα πως κάτι θα συνέβαινε, πως τα παλιά τείχη υπήρχαν ακόμα αόρατα γύρω από τα βήματά μας. Περπατούσε σχεδόν τυχαία, αλλά η ένταση στον αέρα δεν υπήρχε περίπτωση να είναι απλά και μόνο φαντασία μου, και το βλέμμα της αποκλείεται να έψαχνε τυχαία τόσο έντονα τις στροφές. «Στο δρόμο αυτό τιμούσαν τις Μούσες» είπε κάποια στιγμή, κι ύστερα συνέχισε και πάλι αμίλητη, ενώ προσπαθούσα να σκεφτώ ποιο ήταν το μυστικό που θα μου φανερωνόταν.

Στροφή δεξιά, στροφή αριστερά, αριστερά και πάλι, και – αδιέξοδο! Αδιέξοδο για τα οχήματα όμως, όχι για τους πεζούς. Μου ένευσε. Προχώρησα κρατώντας την ανάσα μου. Ό,τι κι αν ήταν, ήταν κάτι σημαντικό για εκείνη.

Μου έδειξε ένα κτίσμα. Δε χρειαζόταν να πει τίποτα. Ήξερα την ιστορία του, την είχα ακούσει πολύ καιρό πριν, τότε που τα κλουβιά φυλάκιζαν αισθήματα και τα κελαηδίσματα επικοινωνούσαν με άλλους χρόνους. Πλησίασα να δω καλύτερα. Το νούμερο στον τοίχο, το όνομα στην πόρτα, το σφραγισμένο παράθυρο, όλα ήταν σημάδια μιας ιστορίας προσωπικής, σημάδια που άλλα είχαν αποκαλυφθεί κι άλλα είχαν φύγει μαζί με τους ανθρώπους που τα έζησαν.

Δεν ήθελα να μιλήσω. Ήθελα να κοιτάξω και να μαζέψω όσο το δυνατόν περισσότερες εικόνες μέσα μου, δεν ήταν μόνο εικόνες όμως, εκείνες τις στιγμές ένιωθα πως μπορούσα να αγγίξω την ιστορία της, μπορούσα να φανταστώ τις ιστορίες που κι εκείνη είχε με τη σειρά της αγγίξει παλαιότερα, και πλέον θα μπορούσα κι εγώ να τις μεταφέρω στο παρόν και στη μνήμη μου για όσο κρατήσουν.

Όταν δεν μπορούσαμε να δούμε τίποτα περισσότερο, όταν δεν υπήρχε λόγος να μείνουμε άλλο σε αυτό το παρελθόν, συνεχίσαμε το περπάτημα στα στενά μέχρι που ύστερα από ώρα φτάσαμε στις λεωφόρους με την κίνηση του παρόντος. Μέσα μου όμως φυλάω από τότε εκείνες τις στιγμές, γνωρίζοντας πια πως ένα από τα μεγαλύτερα δώρα είναι το παρελθόν.


Μεταλλικά συναισθήματα στην καυτή πόλη

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2009

Καθημερινές διαδρομές. Αφετηρία, στάσεις, τερματισμός. Ο τερματισμός να γίνεται ξανά αφετηρία· και ξανά· και ξανά· και ξανά… Οι ρόδες να διανύουν χιλιόμετρα στο κρύο και στη ζέστη, και πάντα να εξυπηρετεί κόσμο. Με γέλια, με γκρίνιες, με αποσκευές ή χωρίς, άνθρωποι στριμωγμένοι ή άνθρωποι στην άνεση των άδειων ωρών.

Το φετινό καλοκαίρι όμως ήρθε εντελώς διαφορετικό. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί, αλλά ποτέ άλλοτε δεν έκανε τόσα πολλά άδεια δρομολόγια. Ούτε βήματα, ούτε πρόσωπα, ούτε φωνές, ούτε χειρονομίες, ούτε τίποτα. Μόνο ερημιά. Απέραντη ερημιά σε ατέλειωτες ώρες, μοναχικές διαδρομές σε μια αποπνικτική ατμόσφαιρα καλοκαιριού.

Μάταια ξεκινούσε για δουλειά κάθε πρωί, μάταια περίμενε επιβάτες, μάταια ευχόταν κάθε φορά που πλησίαζε σε στάσεις, μάταια ονειρευόταν κάθε βράδυ που κοιμόταν στο αμαξοστάσιο. Είχε κυριευθεί από πίκρα κι απογοήτευση, λαμπερά δάκρυα έσταζαν τα κλιματιστικά του, λυγμούς θρηνούσαν οι εξατμίσεις του. Μα τα δρομολόγια συνεχίζονταν βουβά.

Η Τροχαία ανακοίνωσε πως ο οδηγός έχασε τον έλεγχο. Ο οδηγός δήλωσε πως δεν ήταν κουρασμένος και πρώτη φορά τού συνέβαινε. Οι αυτόπτες μάρτυρες είπαν πως το όχημα όρμησε ξαφνικά με μανία στον τοίχο.

Μα κανείς ποτέ δε θα πιστέψει πως και τα λεωφορεία αυτοκτονούν.


Διαιτολόγιο

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2009

Με τόση τέχνη
και με μάτια σφαλιστά
σπαθιά κατάπινα, ξυράφια και μαχαίρια

πώς να μη κείτομαι αιμόφυρτος λοιπόν,
στο πρώτο κόλπο μου που έκανα
με βαμβάκι;