Με τόση τέχνη
και με μάτια σφαλιστά
σπαθιά κατάπινα, ξυράφια και μαχαίρια
πώς να μη κείτομαι αιμόφυρτος λοιπόν,
στο πρώτο κόλπο μου που έκανα
με βαμβάκι;
Με τόση τέχνη
και με μάτια σφαλιστά
σπαθιά κατάπινα, ξυράφια και μαχαίρια
πώς να μη κείτομαι αιμόφυρτος λοιπόν,
στο πρώτο κόλπο μου που έκανα
με βαμβάκι;
Όταν θα έρθει και για μένα η στιγμή
για πάντα να χαθώ
στον άνεμο ή στη γη ή και στα πέλαγα
ας μείνει κάπου ένα σύμβολο μονάχα
να νιώθουν πως μπορούν να μου μιλούν
όσοι με αγάπησαν
ακόμα κι αν δεν με συνάντησαν ποτέ.
Της είπα πως την ερωτεύτηκα. Ορκίστηκα πως την αγαπούσα. Ψευδορκία νομίζω λέγεται αυτό.
Ήταν όμως βολικό. Εξαιτίας της απόστασης που μας χώριζε, ήταν ο κατάλληλος τρόπος για να παρακολουθήσω τις αλλαγές τής συμπεριφοράς της στο γραπτό λόγο, τόσο σε ιδιωτικές συνομιλίες, όσο και (κυρίως) σε δημόσιους ηλεκτρονικούς χώρους που συμμετείχαμε κι οι δύο, όπου οι διαφοροποιημένοι λεπτοί χρωματισμοί δεν γίνονταν άμεσα αντιληπτοί.
Ο χρόνος περνούσε και το υλικό που συνέλεγα γινόταν ολοένα και περισσότερο, ολοένα και πιο ενδιαφέρον από ερευνητικής πλευράς. Ονειρευόμουν την τέλεια δημοσίευση.
Μου ζήτησε να χωρίσουμε. Ήθελε να μείνει μόνη για λίγο, είπε. Ήταν δυο μέρες προτού παρουσιάσω τη μελέτη μου. Ήταν αμέσως μόλις παρουσίασε τη δική της: «Μεταβολές συμπεριφοράς στο γραπτό λόγο, παρατηρούμενες στο δημόσιο ηλεκτρονικό χώρο, λόγω έντονων συναισθηματικών διαταράξεων». Δεν έχω παράπονο· με ανέφερε και στις ευχαριστίες.
Περιττό να πω πως η δική μου μελέτη δεν παρουσιάστηκε ποτέ, καθώς παρέμεινε για πάντα ανολοκλήρωτη. Ένα όμως ήταν σίγουρο: είχαμε κάνει την ίδια σκέψη, γεγονός που αποδείκνυε πως τελικά ήμαστε πλασμένοι ο ένας για τον άλλο. Αλλά αυτό είναι πλέον θέμα άλλης μελέτης.
Είναι τόσο εκνευριστικό
να κοκκινίζει ο σηματοδότης
την ώρα που εσύ θες
να ξεπεράσεις κάθε σκέψη·
ευτυχώς και τόσο προστατευτικό.
«Θα!» είχα πει· και πάντα «θα!».
Κι οι σκέψεις μου γύρω στο «θα!» συχνά πετούσαν.
Μέχρι που βούλιαξα ακίνητος
στο βούρκο από τα σαπισμένα σχέδιά μου.