Ο ακκορντεονίστας

Σάββατο, 11 Ιουλίου 2015

Λαμπερό πρωινό Σαββάτου.

Κάπου μακριά παίζει ένας εξαίσιος περιπλανώμενος ακκορντεονίστας
κι είναι τόσο όμορφη αυτή η μουσική του
που όσο περισσότερο πλησιάζει στη γειτονιά
ξεχνάς μεμιάς και τις συμφωνίες και τα μνημόνια
και τα ναι και τα όχι και τα ίσως
δεν έχεις πια ούτε βεβαιότητες μα ούτε κι αμφιβολίες

και στέκεσαι έχοντας κερδίσει μερικές στιγμές -μόνο στιγμές- ευτυχίας
και μια ελπίδα για το τίποτα.


Τα δύο κάπα οφείλονται εδώ και χρόνια στο Γιάννη με τα δύο νι.

Advertisements

Κι ο κλήρος πέφτει

Σάββατο, 24 Αύγουστος 2013

Η πλατεία μας είχε γεμίσει από νωρίς με άσπρες πλαστικές καρέκλες που κοίταζαν προς την εξέδρα. Οι καντίνες έδωσαν μάχη για την κατάληψη στρατηγικών θέσεων γύρω από το χώρο ελπίζοντας σε αρκετά κέρδη την αποψινή βραδιά.

Όσο έπεφτε ο ήλιος, τόσο ερχόταν ο κόσμος να πιάσει θέση για το θέαμα. Η ατμόσφαιρα άρχισε να μυρίζει τσίκνα, βούτυρο, καμμένη ζάχαρη, μπύρα κι ανυπομονησία. Όσα πιτσιρίκια πρόλαβαν και σκαρφάλωσαν στα λίγα δέντρα της πλατείας ένιωθαν τυχερά, κανείς δεν έβρισκε πια θέση να καθίσει οπουδήποτε. Το κυβερνητικό βανάκι που μας καλούσε με τα μεγάφωνά του όλη τη μέρα ήταν σαφές, «η τύχη και πάλι στην πόλη μας!», όλοι θέλαμε να είμαστε παρόντες.

Ξαφνικά οι προβολείς που φώτιζαν την εξέδρα δυνάμωσαν, η μουσική δυνάμωσε κι επιτάχυνε, οι κουβέντες μας έπαψαν κι η αγωνία είχε φτάσει στο κατακόρυφο. Όταν η μουσική σταμάτησε απότομα, σίγουρα συνέβη το ίδιο και με τις καρδιές μας.

Το πανδαιμόνιο που ακολούθησε όταν εμφανίστηκαν στην εξέδρα οι παρουσιαστές της εκδήλωσης ήταν αναμενόμενο. Το αγαπημένο ζευγάρι όλων μας βρισκόταν εκεί μπροστά μας, χωρίς την παγερή απόσταση της τηλεόρασης. Ήταν αδύνατο να μη ζητωκραυγάσουμε βλέποντας ζωντανά το ντουέτο που ομόρφαινε καθημερινά τα πρωινά μας με την ενημερωτική εκπομπή «Η Κυβέρνηση γνωρίζει και η μέρα είναι υπέροχη».

Όταν καταλάγιασε κάπως ο θόρυβος κι η έξαψη, αφού μας καλησπέρισαν κι εξέφρασαν τη χαρά τους που βρίσκονταν απόψε μαζί μας, πλησίασαν την επίσημη Κρατική Ηλεκτρονική Κληρωτίδα Ασφαλείας που βρισκόταν στην εξέδρα και η εκδήλωση ξεκίνησε.

Για το πρώτο μέρος της εκδήλωσης η κληρωτίδα είχε ενημερωθεί με τους κωδικούς αριθμούς όλων των ανέργων της πόλης μας. Κάθε φορά που η ηλεκτρονική θεά Τύχη επέλεγε έναν αριθμό, κάποιος τυχερός συμπολίτης μας ανέβαινε περιχαρής στην εξέδρα, έπαιρνε το επίσημο πιστοποιητικό στο οποίο αναγραφόταν η υπηρεσία στην οποία θα εργαζόταν από την επόμενη ημέρα, φωτογραφιζόταν λάμποντας με τους παρουσιαστές κι επέστρεφε στην πλατεία ανάμεσα σε επευφημίες κι ευχές για μακροημέρευση.

Αφού ολοκληρώθηκαν οι δεκατρείς κληρώσεις του πρώτου μέρους της εκδήλωσης, οι παρουσιαστές ανακοίνωσαν ολιγόλεπτο διάλειμμα πριν την έναρξη του δεύτερου μέρους κι έφυγαν από την εξέδρα με τη συνοδεία ζωηρών χειροκροτημάτων.

Η μικρή διακοπή στο μέσο της εκδήλωσης χρησίμευε πάντοτε για την οικειοθελή αποχώρηση όσων πίστευαν πως δεν θα άντεχαν το δεύτερο μέρος, καθώς και για τις (συνήθως άκαρπες) προσπάθειες των γονιών να πείσουν τα παιδιά τους να επιστρέψουν σπίτι. Όλοι όμως γνωρίζαμε πως το δεύτερο μέρος ήταν τόσο καθηλωτικό, η αγωνία και η υπερένταση τόσο γλυκές, που σπανίως κάποιος αποφάσιζε να αποχωρήσει από την εκδήλωση. Ακόμα κι εγώ παρέμεινα στη θέση μου.

Στη διάρκεια του διαλείμματος οι γιγαντόσωμοι ειδικοί φρουροί του Τμήματος Εργασιακής Ασφάλειας μετέφεραν επάνω στην εξέδρα το αεροστεγές ηχομονωμένο γυάλινο κλουβί. Το τοποθέτησαν κοντά στη σκάλα από την οποία οι τυχεροί συμπολίτες ανέβαιναν στην εξέδρα, έλεγξαν το ασφαλές κλείσιμο της μοναδικής πόρτας του κι αφού ικανοποιήθηκαν από την αποτελεσματικότητά του, στάθηκαν διακριτικά παράμερα μέχρι κάποιος να τους χρειαστεί.

Οι παρουσιαστές επανήλθαν στην εξέδρα χαμογελώντας όπως και πριν, πλησίασαν ξανά την επίσημη Κρατική Ηλεκτρονική Κληρωτίδα Ασφαλείας και το δεύτερο μέρος της εκδήλωσης ξεκίνησε.

Για το δεύτερο μέρος η κληρωτίδα είχε ενημερωθεί με τους κωδικούς αριθμούς όλων των εργαζομένων της πόλης μας. Κάθε φορά που η ηλεκτρονική θεά Τύχη επέλεγε έναν αριθμό, κάποιος άτυχος εργαζόμενος συμπολίτης μας έπρεπε να ανεβεί στην εξέδρα, έπαιρνε το επίσημο πιστοποιητικό με το οποίο του γνωστοποιούνταν η άμεση λύση της εργασιακής του σχέσης και φωτογραφιζόταν με τους διαρκώς χαμογελαστούς παρουσιαστές, συνήθως με δάκρυα στα μάτια.

Στη συνέχεια οι παρουσιαστές ανακοίνωναν με στόμφο τον ακριβή αριθμό των ημερών που πρόλαβε να εργαστεί ο συμπολίτης μας καθώς και την κατάταξή του στη σχετική κυβερνητική λίστα με τα ρεκόρ εργασιακής ζωής.

Τότε ο πρώην εργαζόμενος έπρεπε να ανοίξει την πόρτα του γυάλινου κλουβιού, να μπει μέσα και να την ξανακλείσει ασφαλίζοντάς την. Εάν συνέβαινε να μην τα καταφέρει μόνος του (λόγω συγκίνησης, λόγω μη ψυχικού σθένους, πολλά πράγματα μπορούσαν να συμβούν σε τέτοιες στιγμές), οι ειδικοί του Τμήματος Εργασιακής Ασφάλειας πρόσφεραν τη βοήθειά τους.

Οι παρουσιαστές τότε εγκωμίαζαν για τελευταία φορά τη συμμετοχή του πρώην εργαζομένου στην ανάπτυξη της κοινωνίας μας και στην ενδυνάμωση τους κράτους μας, τον ευχαριστούσαν για την απρόσκοπτη συμμετοχή του στην εξισορρόπηση της εργασιακής ζωής της χώρας μας, ανέφεραν πως η στάση του αποτελούσε λαμπρό παράδειγμα και τιμή για την οικογένειά του και πατούσαν Το Κουμπί.

Το Κουμπί ήταν η πιο εντυπωσιακό στιγμή αυτού του δεύτερου τμήματος της εκδήλωσης. Η στιγμή στην οποία η αδρεναλίνη πλημμύριζε την ατμόσφαιρα, η στιγμή την οποία όλοι περιμέναμε, ενδεχομένως περισσότερο ανυπόμονα από τις κληρώσεις του πρώτου μέρους.

Το δηλητήριο που απελευθερωνόταν μέσα στο γυάλινο κλουβί είχε ως αποτέλεσμα την ταχύτατη θανάτωση του ατόμου, συνήθως χωρίς εμφανή συμπτώματα δυσαρέσκειας. Εάν, ο μη γένοιτο, η θανάτωση δεν ήταν τόσο σύντομη όσο προβλεπόταν και αν η αύξηση της ποσότητας του δηλητηρίου δεν έφερνε το επιθυμητό αποτέλεσμα, αναλάμβαναν και πάλι δράση οι ειδικοί του Τμήματος Εργασιακής Ασφάλειας· η ολοκλήρωση της εργασιακής ζωής έπρεπε να είναι πλήρης.

Όχι συχνά, ο άτυχος εργαζόμενος που κληρωνόταν δεν βρισκόταν στο χώρο της εκδήλωσης. Οι ειδικοί του Τμήματος Εργασιακής Ασφάλειας ενημέρωναν αμέσως το Υπουργείο Εργασιακής Εξισορρόπησης και όλα έπαιρναν το δρόμο τους έξω από τα φώτα της δημοσιότητας. Οι ανυπόστατες φήμες που κυκλοφορούσαν αναφέρονταν σε τροχαία ατυχήματα, αυτοκτονίες, πνιγμούς, πυρκαγιές, πάντοτε από απροσεξία του πρώην εργαζομένου, πάντοτε επιμελώς σχεδιασμένη με τον ίδιο τρόπο. Κανείς μας δεν ήθελε να έχει στον ευρύτερο συγγενικό του κύκλο άτομα που τερμάτισαν την εργασιακή τους ζωή με τέτοιο ατιμαστικό τρόπο.

Αφού ολοκληρώθηκαν οι δεκατρείς κληρώσεις και του δεύτερου μέρους της εκδήλωσης, οι παρουσιαστές μάς ευχαρίστησαν για την παρουσία μας, εξέφρασαν την ευγνωμοσύνη τους προς την Κυβέρνηση που τους εμπιστεύτηκε τέτοιο κρίσιμο έργο και άρχισαν να υπογράφουν αυτόγραφα σε όσους είχαν ήδη αρχίσει να σχηματίζουν ουρά μπροστά στην εξέδρα.

Πήρα το δρόμο της επιστροφής ευχαριστημένος, μασουλώντας ένα διπλό χοτ ντογκ. Η κυβερνητική πολιτική στο εργασιακό ζήτημα ήταν ορθή: όχι περιττές προσλήψεις, δικαίωμα στην εργασία για όλους. Ήμουν ήδη δύο εβδομάδες εργαζόμενος, γλίτωσα την αποψινή κλήρωση, αύριο άρχιζε η τρίτη μου εβδομάδα.


Για το σκοτάδι

Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2012

Πήρε τη φωτογραφία και την κοίταξε με το επίσημο βλέμμα του.
Ύστερα έπιασε τα σύνεργά του κι άρχισε τις επεμβάσεις.
Ψαλίδι και φως. Πολύ φως.

Κρίμα.

Φαίνεται πως δεν είναι τόσο εύκολα κατανοητό,
αλλά κάποιες στιγμές αξίζουν για το σκοτάδι τους
και όχι για το φως τους.


Θερινή μελαγχολία

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2012

Βρέθηκα σε μια αποβάθρα χωρίς κόσμο, με τους συρμούς να έχουν απομακρυνθεί σε απόσταση ησυχίας. Μοναδική παρέα η μουσική που γέμιζε από τα ηχεία του σταθμού την υπόγεια καθημερινότητά μου.

Μια μελαγχολική μουσική που αυθόρμητα αποφάσισε να ξεχυθεί στον άδειο χώρο. Μια μελαγχολική αφιέρωση για τα χαμένα δρομολόγια, για τα ταξίδια που δεν έγιναν, για τα προσωπικά μας όνειρα που ξεθωριάζουν την ώρα που προστατεύουμε τα προσωπικά μας αντικείμενα.

Μια μουσική που μελαγχολούσε περιμένοντας τους επόμενους επιβάτες, ναρκώνοντας με άπλετο θαμπό φως ακόμα ένα ζεστό καλοκαίρι.


Μεταλλικά συναισθήματα στην καυτή πόλη

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2009

Καθημερινές διαδρομές. Αφετηρία, στάσεις, τερματισμός. Ο τερματισμός να γίνεται ξανά αφετηρία· και ξανά· και ξανά· και ξανά… Οι ρόδες να διανύουν χιλιόμετρα στο κρύο και στη ζέστη, και πάντα να εξυπηρετεί κόσμο. Με γέλια, με γκρίνιες, με αποσκευές ή χωρίς, άνθρωποι στριμωγμένοι ή άνθρωποι στην άνεση των άδειων ωρών.

Το φετινό καλοκαίρι όμως ήρθε εντελώς διαφορετικό. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί, αλλά ποτέ άλλοτε δεν έκανε τόσα πολλά άδεια δρομολόγια. Ούτε βήματα, ούτε πρόσωπα, ούτε φωνές, ούτε χειρονομίες, ούτε τίποτα. Μόνο ερημιά. Απέραντη ερημιά σε ατέλειωτες ώρες, μοναχικές διαδρομές σε μια αποπνικτική ατμόσφαιρα καλοκαιριού.

Μάταια ξεκινούσε για δουλειά κάθε πρωί, μάταια περίμενε επιβάτες, μάταια ευχόταν κάθε φορά που πλησίαζε σε στάσεις, μάταια ονειρευόταν κάθε βράδυ που κοιμόταν στο αμαξοστάσιο. Είχε κυριευθεί από πίκρα κι απογοήτευση, λαμπερά δάκρυα έσταζαν τα κλιματιστικά του, λυγμούς θρηνούσαν οι εξατμίσεις του. Μα τα δρομολόγια συνεχίζονταν βουβά.

Η Τροχαία ανακοίνωσε πως ο οδηγός έχασε τον έλεγχο. Ο οδηγός δήλωσε πως δεν ήταν κουρασμένος και πρώτη φορά τού συνέβαινε. Οι αυτόπτες μάρτυρες είπαν πως το όχημα όρμησε ξαφνικά με μανία στον τοίχο.

Μα κανείς ποτέ δε θα πιστέψει πως και τα λεωφορεία αυτοκτονούν.


Αρέσει σε %d bloggers: