Σιέλ αλέρτ

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2016

Έτσι μια μέρα ξαφνικά
θα φορέσουμε όλοι τις γαλάζιες πυτζάμες μας
θα εξαφανιστούμε χωρίς να αποχαιρετίσουμε κανέναν
και θα προσπαθήσουμε να χαθούμε κάπου μακριά

εκεί που όλοι θα κυκλοφορούμε με τις γαλάζιες πυτζάμες μας
κι όσα σιέλ αλέρτ κι αν μας αναζητούν από τα μεγάφωνα
εμείς θα ζούμε με την ελπίδα ότι
ποτέ δε θα γυρίσουμε πίσω στο παρόν.

Advertisements

Μα δε θυμούνται οι κραυγές

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

Εκείνο το χειμωνιάτικο βράδυ που η πόλη είχε σταματήσει να κινείται,
εκείνη την παγωμένη νύχτα που τα μάτια έψαχναν τρομαγμένα μέσα στο πιο θαμπά φώτα που είχαν φανταστεί ποτέ,
εκείνες τις στιγμές που οι σκέψεις έκαναν στην άκρη προτού προλάβουν να γίνουν ύλη,

όταν οι φωνές αντηχούσαν μακρινές και ξένες στα τοιχώματα του εγκεφάλου,
όταν κάθε ήχος εξαφανιζόταν αν δεν ήταν ουρλιαχτό,

ποτέ κανείς δεν κατάφερε να μάθει
αν οι κραυγές προσπαθούσαν να μιλήσουν
ή μόνο να διώξουν από μπροστά τον τρόμο.


Το δευτερόλεπτο που με κοίταξε στα μάτια

Σάββατο, 17 Ιουλίου 2010

Περνούσαν από μπροστά μου τρέχοντας χωρίς σταματημό, το ένα πίσω από το άλλο αδιάκοπα. Περνούσαν, περνούσαν, περνούσαν, κι εγώ τα κοιτούσα χωρίς να τα βλέπω, μονάχα μια ζαλάδα από την κίνησή τους, χωρίς να σκέφτομαι ούτε πού πάνε ούτε από πού έρχονται.

Ξαφνικά ένα σταμάτησε. Έτσι απλά, χωρίς λόγο. Τα υπόλοιπα που ακολουθούσαν σκουντούφλησαν πάνω του, δημιουργήθηκε μια φασαρία, μια γκρίνια, αλλά ευτυχώς τα πράγματα ηρέμησαν και όλα περίμεναν την επόμενη κίνηση εκείνου του πρώτου που είχε σταματήσει.

Τη στιγμή εκείνη ένιωθα πως ο χρόνος είχε σταματήσει. Και τότε, αργά-αργά, εκείνο το δευτερόλεπτο γύρισε και με κοίταξε.

Ξαφνιάστηκα.
– Τι με κοιτάς; του λέω.
– Σε ενοχλεί; μου λέει.
– Δεν καταλαβαίνω γιατί με κοιτάς.
– Κάποιος πρέπει να σε κοιτάξει. Εσύ έχεις ξεχάσει να αντικρίζεις τον εαυτό σου εδώ και μήνες. Κάθεσαι σα χαμένος και κοιτάς εμάς που τρέχουμε. Τι το σπουδαίο βρίσκεις σε αυτό;
– …
– Γι’ αυτό σου λέω. Εμείς ερχόμαστε από το ποτέ και πάμε στο ποτέ, ερχόμαστε από το πάντοτε και πάμε στο πάντοτε, μην το ψάχνεις, μπερδεμένη ιστορία. Εσένα όμως ο χρόνος σου είναι πεπερασμένος, δεν έχει νόημα να τον σπαταλάς χαζεύοντας τα δευτερόλεπτα που τρέχουν.
– Μα δεν προλαβαίνω να κάνω κάτι άλλο! διαμαρτυρήθηκα.
– Ντροπή λίγο! συγχύστηκε. Μα δεν καταλαβαίνεις πως ακριβώς η δικαιολογία σου δείχνει το σφάλμα σου; Πως δείχνει πόσο έχεις μπερδευτεί; Πρόσεξέ με λίγο. Εμείς τρέχουμε είτε μας κοιτάς είτε όχι. Ούτε μας βοηθάς, ούτε μας ενοχλείς, ούτε μας εμποδίζεις, ούτε μας επηρεάζεις. Κατανοητό;
– Ννναι…
– Ωραία. Άρα δεν έχει νόημα να μας κοιτάς. Το είπαμε και το ξαναλέμε, μπας και το συνειδητοποιήσεις. Ακόμα κι αν έχεις κουραστεί τόσο ώστε το μόνο ξεκούραστο πράγμα που μπορείς να κάνεις είναι να μας παρακολουθείς να φεύγουμε, τότε πρέπει να σκεφτείς αν αξίζουν τα πράγματα που σε κουράζουν, κι αν αξίζει να μην έχεις αντοχή για κάτι άλλο.
– Τώρα δηλαδή σταμάτησες μπροστά μου για κήρυγμα;
– Έλα, δε θέλω γκρίνιες. Σου λέω αυτά που θα ήθελες να σου έχεις πει αλλά όλο αμελείς. Να, πάρε κι αυτό.
– Ένας καθρέφτης;! Τι να τον κάνω; Και πού στο καλό τον βρήκες;!
– Άσε το πού τον βρήκα. Όπου θέλω τον βρήκα. Για κοιτάξου λίγο στον καθρέφτη. Είναι μούτρα αυτά;
– Για σε παρακαλώ!
– Μην παρακαλάς! Θυμήσου από πότε έχεις να σε δεις, κι από πότε έχεις να σου μιλήσεις. Αυτός ο καθρέφτης δεν είναι παρά μια υπενθύμιση. Λοιπόν, βαρέθηκα να στέκομαι εδώ πέρα, έχουν μαζευτεί και τόσοι ανυπόμονοι συνάδελφοι, σα στάση λεωφορείου έχουμε καταντήσει. Φεύγω και μην ξεχνάς όσα σου είπα.

Και φσσσσστ! εξαφανίστηκε σα σίφουνας από μπροστά μου, με τα υπόλοιπα δευτερόλεπτα να το ακολουθούν όπως και πριν· τρέχοντας τρέχοντας τρέχοντας…

…κι εγώ τα κοιτούσα χωρίς να τα βλέπω, μονάχα μια ζαλάδα από την κίνησή τους, χωρίς να σκέφτομαι ούτε πού πάνε ούτε από πού έρχονται…

…μόνο που, να, έχω αρχίσει να κοιτάζω πότε-πότε τον καθρέφτη, και προσπαθώ να αρχίσω και πάλι να μου μιλάω, μήπως και γλιτώσω. Κι όλα αυτά χάρη σε εκείνο το δευτερόλεπτο που με κοίταξε στα μάτια.


Αν και δεν πρόκειται για την αφορμή, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η απάντηση στην ερώτηση της Αγαδίρ.


Είκοσι έξι

Κυριακή, 21 Οκτώβριος 2007

Ώρες ημέρας, λες, είκοσι τέσσερις·
καμώνεσαι πως είσαι και σπουδαίος.
Μα χάνω τόσα βράδια κυριακάτικα
όταν στις δέκα έρχεται η Δευτέρα.


Αρέσει σε %d bloggers: