Σιέλ αλέρτ

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2016

Έτσι μια μέρα ξαφνικά
θα φορέσουμε όλοι τις γαλάζιες πυτζάμες μας
θα εξαφανιστούμε χωρίς να αποχαιρετίσουμε κανέναν
και θα προσπαθήσουμε να χαθούμε κάπου μακριά

εκεί που όλοι θα κυκλοφορούμε με τις γαλάζιες πυτζάμες μας
κι όσα σιέλ αλέρτ κι αν μας αναζητούν από τα μεγάφωνα
εμείς θα ζούμε με την ελπίδα ότι
ποτέ δε θα γυρίσουμε πίσω στο παρόν.


Ανοιξιάτικη μέρα

Κυριακή, 5 Απρίλιος 2015

Ηλιόλουστη Παρασκευή, απόγευμα.

«Α, τι υπέροχη μέρα σήμερα», σκεφτόταν.
«Ήλιος, ζέστη, φως, ελαφρύ αεράκι, σκουλήκια,
σχεδόν πετάω από τη χαρά μου!
Μα τι είναι αυτό το μεγάλο μαύρο-».

«Α, τι υπέροχη μέρα σήμερα», σκεφτόταν.
«Ήλιος, ζέστη, φως, ελαφρύ αεράκι,
σχεδόν πετάω από τη χαρά μου!

Μα τι κρίμα κι αυτό το περιστέρι, καταπάνω στο λεωφορείο περπατούσε.
Ποιος ξέρει τι να σκεφτόταν και δεν το πρόσεξε».


Από το ύψος των ματιών

Τετάρτη, 13 Νοέμβριος 2013

Μπαίνει στο βαγόνι. Κάθεται ανακούρκουδα μπροστά στις πόρτες που δεν ανοίγουν, κρατώντας κάτι στα χέρια του, σχεδόν στην αγκαλιά του. Το βλέμμα του χαμηλά. Φαντάζομαι πως το μόνο που βλέπει είναι πόδια, παπούτσια, ρόδες ποδηλάτων, σκόνη στο πάτωμα.

Περνάμε σταθμούς και σταθμούς κι αυτός εκεί. Δεν βλέπει έξω, δεν τον βλέπουν απ’ έξω. Επιβάτες μπαίνουν στο βαγόνι και ξαφνιάζονται, ρίχνουν ματιές και συνεχίζουν σαν κάθε μέρα. Ο κόσμος στριμώχνεται γύρω του μα αυτός εκεί, στην ίδια θέση ακίνητος, κρατώντας το χώρο του.

Μόνο όταν κάποια στιγμή φτάνει στον προορισμό του, σηκώνεται σιγανά και βγαίνει στην αποβάθρα. Και μένεις να αναρωτιέσαι τι αλήθεια έβλεπε από το ύψος των ματιών του, αν τελικά έβλεπε κάτι εκτός από μέσα του.


Μηδέν σαράντα εννιά

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2012

Ταξίδεψα.
Γύρισα πίσω στον χρόνο.

Σχεδίασα πάλι τις διαδρομές,
έκανα πάλι τα ταξίδια,
γεύτηκα πάλι τα φαγώσιμα,
ήπια πάλι τα ποτά.

Χαμογέλασα πάλι στις γιορτές,
έψαξα πάλι για δώρα,
κουράστηκα πάλι στη βαβούρα,
μέτρησα πάλι αγκαλιές.

Μουσκεύτηκα πάλι στις μπόρες,
συγχύστηκα πάλι στους τσακωμούς,
χάθηκα πάλι στους δρόμους,
ξεφύσηξα βαριούς αναστεναγμούς.

Μα όπως πάλι έζησα τα ξεχωριστά,
έτσι τα καθημερινά μου ξαναγνώρισα.
Περιηγητής δίχως ν’ αλλάξω θέση,
με την αριθμομηχανή για οδηγό.

Ταξίδεψα με τον μηδέν σαράντα εννιά,
στη μακρινή τη θάλασσα της Γουγουπουσού.


Θερινή μελαγχολία

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2012

Βρέθηκα σε μια αποβάθρα χωρίς κόσμο, με τους συρμούς να έχουν απομακρυνθεί σε απόσταση ησυχίας. Μοναδική παρέα η μουσική που γέμιζε από τα ηχεία του σταθμού την υπόγεια καθημερινότητά μου.

Μια μελαγχολική μουσική που αυθόρμητα αποφάσισε να ξεχυθεί στον άδειο χώρο. Μια μελαγχολική αφιέρωση για τα χαμένα δρομολόγια, για τα ταξίδια που δεν έγιναν, για τα προσωπικά μας όνειρα που ξεθωριάζουν την ώρα που προστατεύουμε τα προσωπικά μας αντικείμενα.

Μια μουσική που μελαγχολούσε περιμένοντας τους επόμενους επιβάτες, ναρκώνοντας με άπλετο θαμπό φως ακόμα ένα ζεστό καλοκαίρι.


Αρέσει σε %d bloggers: