Σοφία εν αρρυθμία

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2011

Μοιάζει άκρως παράδοξο, αλλά ακόμα θυμάμαι τη φωνή του:

«Να το προσέχετε το τέκνο σας, τέκνα μου, διότι έχω την αμυδράν εντύπωσιν πως θα γίνει αμφισβητίας. Το μπούλο τώρα, διότι έχω κι άλλες βαπτίσεις. Είθε η Αρμονία Κυρίου να κυριαρχεί στη ζωή σας και σε όλα τα εμπιθρί που κατεβάζετε. Αμήν».

Μοιάζει άκρως παράδοξο, αλλά θυμάμαι αρκετά ακόμα, πέρα από τη φωνή του.

Η αλήθεια είναι πως ο ιερέας (του οποίου η κινητή επί του ράσου περιουσία θα είχε ζαλίσει ακόμα και το ΔΝΤ) είχε δυσκολευτεί κάπως μαζί μου και προφανώς φοβήθηκε ότι αν δεν με είχε ήδη κυριεύσει ο σατανάς, τότε πιθανότατα να με είχε ήδη κυριεύσει ο αναρχισμός ή, ακόμα χειρότερα, ο Πέτρος Λομβαρδός (ήμαρτον και απεταξάμην)!

Ο καημένος, πόσο έξω έπεφτε, το πράγμα ήταν απλούστατο. Με είχαν ξεσηκώσει από το σπίτι, με είχαν ντύσει με κάτι άβολα και ανυπόφορα ρούχα, κάτι είχα ακούσει ότι θα πάμε για κολύμπι αλλά προφανώς είχα καταλάβει λάθος, εν πάση περιπτώσει είχα μείνει με την εντύπωση ότι θα με πήγαιναν επιτέλους σε μικτά λουτρά, γιατί είχα βαρεθεί συνέχεια μόνος στη μπανιέρα με τα καραβάκια και τα ψαράκια και τα παπάκια.

Δυστυχώς, τα όνειρά μου ράγισαν όταν κατάλαβα πως το αυτοκίνητό μας ακολουθούσε τον αμαξωτό δρόμο για την Κοινότητα Ορεινής, και γκρεμίστηκαν εντελώς όταν φτάσαμε στην είσοδο της εκκλησίας όπου οι πρεσβύτεροι των γύρω περιοχών είχαν έρθει με τις συζύγους τους να δουν την παράσταση, να μας ράνουν με ατελείωτα «φτου φτου να μην αβασκαθεί», «να σας ζήσει», «πόσο μοιάζει στον υδραυλικό» και άλλα τέτοια που είθισται να κάνουν πιο ευχάριστη την ημέρα ενός τέτοιου μυστηρίου, να πάρουν τις μπουμπουνιέρες και να επιστρέψουν στη βάση τους για τον απαραίτητο σχολιασμό του γεγονότος.

Αφού μπήκαμε στην εκκλησία, αφού με τοποθέτησαν ξαπλωτά στον ειδικό χώρο (τον επονομαζόμενο και «γδύσ’ το επιτέλους το σκασμένο τώρα που δεν έχει αρχίσει ακόμα να κλαίει!»), αφού με έγδυσαν προτού αρχίσω να κλαίω (αν και δεν καταλάβαινα προς τι όλη αυτή η ανησυχία τους), αφού έγινε η παρουσίασίς μου στο φιλοθεάμον εκκλησίασμα το οποίο αδημονούσε να με πάρει μάτι, ε ναι λοιπόν, είχε έρθει η μεγαλειώδης ώρα που ο προαναφερθείς ιερέας θα έκανε τα μαγκικά του και θα έφευγαν οι βρωμισμοί από το σώμα μου και το πνεύμα του, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν.

Όμως, οποία απογοήτευσις! Ενώ περίμενα ότι το νερό της κολυμπήθρας θα ήταν φρέσκο και καθάριο, νερό από την πηγή της Στυγός, νερό στο οποίο δαφνηφάγες Ναϊάδες νύμφαι θα ήθελαν να φτιάξουμε μια κοινοβιακή κοινωνία ακόμα κι αν ήταν να παίζουμε μόνο (λέμε τώρα) με καραβάκια, ψαράκια και παπάκια, ενώ λοιπόν περίμενα όλα αυτά τα μαγευτικά, αντίθετα με βούτηξαν (πληθυντικός ευγενείας, όλοι ξέρουμε ποιος με βούτηξε) σε κάτι κυματιστά κρομμυδοζούμια που μπροστά τους ακόμα και ο ποταμός Τίσα θα έμοιαζε διαυγής!

Ήταν τόση η σκληρότης της καρδίας τους, που όχι μόνο το νερό φαινόταν ότι είχε διατηρηθεί από τον παλαιοζωολογικό αιώνα, αλλά και η θερμοκρασία του έδειχνε ότι τους το είχε προμηθεύσει ο γνωστός παγοπώλης της ενορίας, γεγονός που όλοι οι Βιοώτιοι υπαρχηγοί γνώριζαν και είχαν κρατήσει μυστικό ως εκείνη την ημέρα (αναμενόμενο βέβαια, διότι όλοι ήταν τόσο ταμαχιάριδες που ποιος ξέρει πόσα έργα τέχνης τούς είχαν χαρίσει για να μη μιλήσουν).

Η αντίφασις μεταξύ της χαράς που διακατείχε τους παρευρισκόμενους και της απόγνωσης που με είχε καταλάβει ήταν ανείπωτη. Κανείς δεν το είχε πάρει είδηση βέβαια μέσα στη γενικότερη ευτυχία που επικρατεί τέτοιες στιγμές· κανείς εξόν από τον ιερέα που ένιωθε ότι η αντίστασίς μου στη βάπτιση δυνάμωνε, αλλά δυστυχώς ήταν χεροδύναμος και δεν κατάφερα να αποφύγω το μοιραίο.

Το μοιραίο διάρκεσε ένα δεκάλεπτο σχεδόν, κατά το οποίο ο ιερέας με σήκωνε στον αέρα και με ξαναβύθιζε με το κεφάλι υπερεντατικά στο βαθυσκότος της κολυμπήθρας, κρατώντας με αστραγαλοπτερνικά από το δεξί πόδι, τόσο δυνατά που νόμιζα πως ήμουν καταζητούμενο βρέφος που όλοι οι παρόδιοι ιδιοκτήτες αναζητούσαν επειδή τους είχε κλέψει τα υαλονίψια. Μάταια προσπαθούσα να ξεφύγω, πετώντας τόσο νερό τριγύρω που θα μπορούσε να θέσει σε λειτουργία και υδροηλεκτρικές εγκαταστάσεις.

Γίνεται πλέον κατανοητό ότι αυτό που έζησα δεν ήταν μυστήριο αλλά μαρτύριο! Αν ήμουν κοριτσάκι, σίγουρα θα είχε χρειαστεί να μου γίνει ανάταξις μήτρας από το πολύ ταρακούνημα. Αυτό που με σημάδεψε εκείνη τη στιγμή όμως δεν ήταν το ταρακούνημα αλλά ο πανικός, και η ανεκφοίτητη νονά μου (η οποία ωσάν εταίρα Ερπυλλίς είχε αποσπάσει αυτό το ρόλο από την καλύτερή της φίλη παραχωρώντας της ως αντάλλαγμα ένα παλικάρι δυο μέτρα για το οποίο ήταν αντεράστριες) είχε να το λέει πως «το γλυκούλι μου, τι ήσυχο, ούτε κιχ δεν έβγαλε», ενώ το γλυκούλι είχε απλώς καταπιεί τη γλώσσα του από το φόβο.

Όταν πέρασαν όμως οι ώρες φάνηκε πως δεν μου είχε αφήσει σημάδια μόνο ο πανικός. Φήμες λένε πως ένας καπνοβιομήχανος που ζήλευε την επιτυχία του παγοπώλη είχε ρίξει ένα συνένζυμον μέσα στο νερό, με αποτέλεσμα το σώμα μου να γίνει κατάστικτον από το υάλωμα που αποφάσισε να κατασκηνώσει πάνω μου· η συνεχής καταβύθισή μου είχε ως αποτέλεσμα τη μακρωτία που έκανε τους συμμαθητές μου να με φωνάζουν καλικάντζαρο· όσο για το δυνατό χέρι που έσφιγγε και κρατούσε ανάποδα το πόδι μου, η κλίσις επ’ αριστερά που χαρακτηρίζει την έως τώρα ζωή μου δεν αναφέρεται τόσο στην πολιτική μου πεποίθηση όσο στο περπάτημά μου.

Ευτυχώς, όταν έγινε φανερό ότι ο οργανισμός μου άρχισε να εκπέμπει σήματα κινδύνου, με μετάφεραν ταχύτατα, ελλείψει άλλου ιατρικού κέντρου, στο κοντινό μαιευτήριο της Πλατανιάς, όπου ευσυνείδητος γιατρός ανέλαβε τη νοσηλεία μου και του οποίου ο απολυμαντικός και μαλαχτικός εξοπλισμός είχε θετικά αποτελέσματα και δημιούργησε τις απαραίτητες ανασχέσεις στις ασθένειες που με πολιορκούσαν.

Αυτή είναι λοιπόν η ιστορία της βάφτισής μου, και αυτές είναι οι αιτίες που όταν κάποιος τολμάει και με ρωτάει γιατί αφήνω τα παιδιά μου αθυμιάτιστα, των κοιτάζω σαν να έχω γεμίσει νταντούρα και του απαντώ στην ενεργητική ευκτική: «Κυρίαρχε Λαέ, δεν πας να κρεμαστείς!».


Με πόνο ψυχής αποφάσισα να εκμυστηρευτώ την ιστορία της βάφτισής μου, αφου και ο Γιώργος Μαργαρίτης μάς αποκάλυψε τι συνέβαινε όταν ο Καβάφης έπαιζε μπιρίμπα με τον Χαρδαβέλλα. Για τα ιστορικά ντοκουμέντα νιώθω τη βαθύτατη ανάγκη να ευχαριστήσω την arithmosofia και την αξία 1272 τής λέξης ΝτιζζυΝτρημ (png, ~1,2 MB).

Advertisements

Παράπονο

Κυριακή, 26 Δεκέμβριος 2010

Πόσες φορές θα γεννηθώ σ’ αυτόν τον κόσμο
πόσες φορές για να τους σώσω απ’ το κακό
αφού διαρκώς με οδηγούν στον ίδιο δρόμο
που όλως τυχαίως καταλήγει στο σταυρό

Κάθε φορά το συλλογίζομαι για ώρα
κάτι πηγαίνει στην υπόθεση στραβά
κι ενώ αρχικά με υποδέχονται με δώρα
στο τέλος φεύγω με στεφάνια αγκαθωτά

Σ’ αυτό το έργο πρωταγωνιστής φαντάζω
στο ίδιο έργο κι όμως πάλι θεατής
κι όσο σωτήριες αλήθειες τους φωνάζω
αυτοί απαντάνε «φύγε τώρα να σωθείς»

Α ρε πατέρα, τα κατάφερες και φέτος
εσύ στα σύννεφα κι εγώ ξανά στη γη
εγώ ρακένδυτος αλήτης να ‘μαι σκέτος
κι εσύ στην άνεση και μέσα στη χλιδή

Το σκέφτομαι ήδη το πικρό μου το ποτήρι
τον πόνο, το αίμα κι όλες τις ταλαιπωρίες
τη μάνα σέβομαι, σου κάνω το χατίρι
αλλιώς θ’ αρχίνιζα τις χριστοπαναγίες.


Επαναστάχτες

Κυριακή, 8 Αύγουστος 2010

Πάντα είχα όνειρο να γίνω τρομοκράτης
ξέρω και ίντερνετ και γουόρντ και ντιβιντί
όσα χρειάζονται προκήρυξη να γράψω
και να τη στείλω στο ηλεκτρονικό κουτί

Θα ‘βρισκα κι άλλα φιλαράκια που βαριούνται
για να διορθώνουν τα συντακτικά τα λάθη
γι’ αρχή θα γράφαμε ένα ωραίο μανιφέστο·
και τώρα δράση! Η κοινωνία να μας μάθει!

Απ’ τα παιδιά θα κλέβαμε τις καραμέλες
μη συνηθίζουν στου συστήματος τη γλύκα
στα γήπεδα θα σπάζαμε τις βουβουζέλες
γιατί στη λαϊκή την τάξη φέρνουν νύστα

Νερόβομβες θα ρίχναμε απ’ τα μπαλκόνια
(πάντα οι αστοί ανυποψίαστοι περνάνε)
όλοι είναι ένοχοι για μας σ’ αυτό το σύμπαν
γι’ αυτό και μούσκεμα στο σπίτι τους θα πάνε!

Τα έι τι εμ θα σαμποτάραμε με κόλπο:
θα βγάζαμε απ’ τα πληκτρολόγια το έντερ
κανείς δεν θα μπορούσε πια το πιν του να το γράψει·
όχι άλλο χρήμα! το μυαλό μας κάνει μπλέντερ!

Αυτά ειναι λίγα μόνο από τα σχέδιά μου
που αυτόν τον κόσμο θα αλλάζαν μία κι έξω
με σιγουριά θα δρούσαν πάντα οι συντρόφοι
που γι’ αρχηγό τους όλοι εμένα είχα εκλέξω

Μέχρι και όνομα είχα βρει για την ομάδα
για να ταιριάζει σε σπουδαίους επαναστάτες
αφού φωτιά ονειρευόμασταν στα πάντα
εμείς λοιπόν θα συστηνόμασταν ως «Στάχτες»

Όμως τα όνειρά μας μείνανε στη μέση
κάπως μαθεύτηκε η κίνηση αυτή
και η εξουσία μέτρα πρόλαβε να πάρει
προτού μια μέρα από εμάς να διαλυθεί

Κρίμα, ποτέ αυτός ο κόσμος δεν θ’ αλλάξει,
πώς να μιλούσα όμως με τον υπαρχηγό μου;
μας εγκλωβίσαν με ένα τέχνασμα γελοίο:
πήγα και δήλωσα το καρτοκινητό μου…


Πέρα ως πέρα

Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2009

Την καλησπέρα μην τη λες όταν γλυκοχαράζει
όταν υπάρχει ήλιου φως κι όταν μεσημεριάζει
γιατί τότε τα λόγια σου λεν πως τι λες δεν ξέρεις
εκτός κι αν θες νωρίτερα τη νύχτα να τη φέρεις.


Μυστηρίου μυστήριο

Δευτέρα, 19 Μαΐου 2008

Είναι μυστήριο
το πώς επιμένουν να θεωρούν μυστήριο
μια διαδικασία

στην οποία αυτοί οι ίδιοι οι συμμετέχοντες
περιορίζουν το ρόλο του τελετάρχη

στο να απευθύνει τα λόγια του στο μικρόφωνο
στο να βγει χαμογελαστός στο βίντεο
στο να μη γυαλίζει το κούτελό του στις φωτογραφίες

και ο ίδιος ο τελετάρχης να το αποδέχεται
εμμένοντας κι επιμένοντας
πως η θεία χάρη αναβλύζει

έχοντας πλέον καταντήσει μαριονέτα
στις επαναλαμβανόμενα πρωτότυπες επιθυμίες
απογοητευμένων σκηνοθετών
κάτω από τα φώτα και τα φλας των οποίων

σκοτεινιάζει η εσωτερική λάμψη
όσων ακόμα πιστεύουν πως πιστεύουν
εκείνο που συνάμα γελοιοποιούν
στην αγωνία τους

ηθοποιοί άτεχνοι του κομφορμισμού
προσμένοντας το πλήθος να συρρεύσει
στην πρεμιέρα τους

θεατές που όμως λείπουν
παρόντες αλλά μη συμμετέχοντες
μονάχα καταγράφοντας
στων κινητών τις βολικές οθόνες

κάθε σταγόνα ιδρώτα
των πρωταγωνιστών

έτσι για να ‘χουν να γελάνε κάποιο βράδι
δείχνοντας στην παρέα τους τις αποδείξεις
και ενθυμούμενοι με τόσο πάθος
την απουσία τους

χαμόγελα ανταλλάσοντας κι ευχές
στο φουαγέ του θλιβερού θεάτρου

χάρηκα που σε είδα
μη χαθούμε
τα λέμε
θα τα πούμε
και φιλάκια

άγνωστο της αλήθειας ποσοστό
που περιέχεται σ’ αυτή των λέξεων την πλημμύρα
πώς βρίσκουμε εντός μας τόση ενέργεια
για τη δημιουργία τόσου αέρα κοπανιστού

τέλος παράστασης λοιπόν
ας κλείσει η αυλαία
μετά τις υποκλίσεις των ηρώων

που άντεξαν αυτή τη μέρα για τους άλλους

(κι αν τύχει και υπάρχει ακόμα κάποιος
που δεν ξεχνά πώς άρχισε η ιστορία
για μένα το μυστήριο ένα μένει:
το ρύζι που μαζεύουν πού πηγαίνει).


Αρέσει σε %d bloggers: