Μισοάδειο

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2015

Ξαφνικά σηκώθηκες και πήρες το μπουκάλι κι ένα ποτήρι·
κι όσο γέμιζες το ποτήρι σου
τόσο το έβλεπα συνεχώς καθόλου να μη γεμίζει,
μόνο το παρατηρούσα με θλίψη
να γίνεται ολοένα και πιο μισοάδειο

και πάντα στο ερώτημα η απάντηση θα είναι «μισοάδειο»

ποτέ δε θα ξαναρωτήσω κι έτσι ποτέ δεν θα μου πεις
αν είναι καταπίεση συμπυκνωμένη
ή αν είναι η χαρά της μοναξιάς
ή απλώς μια νέα συνήθεια που πρέπει να αποδεχτώ

μα θα έχω μια ακόμα εικόνα σου
ένα ποτήρι που όλο γεμίζει μισοάδειο.


Ζεστό τραγούδι

Πέμπτη, 5 Δεκέμβριος 2013

Ακούω τη φωνή σου στα ακουστικά μου.

Μπορεί να μη λες τίποτα,
μπορεί απλώς να μουρμουρίζεις,
μπορεί να ακούω ασυναρτησίες
και να ντρέπομαι να το παραδεχτώ
ακόμα και σ’ εμένα.

Μα είναι μια φωνή με την οποία μπορώ να αντέξω το κρύο του χειμώνα·
μια φωνή που νανουρίζει τους φόβους μου και τους διώχνει μακριά·
μια φωνή που μου κάνει παρέα στις νυχτερινές μου περιπλανήσεις
σε δρόμους και σκέψεις.

Δυναμώνω την ένταση
και χάνομαι
στη θερμοκρασία των ήχων.


Της πόλης οι αγωνίες

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

– Τι είπε ο ένας τοίχος στον άλλο;
– Θα σε συναντήσω στη γωνία!

[Χα, καλό!]

Ύστερα όμως ήρθε ο φράχτης ο μεγάλος.
Κι εμείς, κοίτα να δεις, ζηλέψαμε κι αρχίσαμε να στήνουμε τους δικούς μας μικρούς φράχτες. Φράχτες κατά τόπους.

Κι έτσι άρχισαν να εξαφανίζονται οι απάνεμες γωνιές στα πεζοδρόμια,
απαγορευμένες πίσω από μεταλλικά πλέγματα.

Για να μην τις κάνουν αποχωρητήριό τους.
Για να μην τις κάνουν σπίτι τους οι άστεγοι.
Ποιος ασχολείται με αόρατους ανθρώπους;

Κι έτσι ο ένας τοίχος δεν κατάφερε ακόμα να συναντήσει τον άλλο.

Μόνο μια ευχή απόμεινε να τραγουδά ο άνεμος
καθώς έβλεπε από μακριά τα πλέγματα:

«Άντε, και καλοί τοίχοι μάγκες»…


Πλήρες τρόμου

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

Μη μου μιλάς για το κενό και για τον τρόμο του.
Ποιος τρόμος;
Πάντοτε μια χαρά τα πήγαινα με το κενό
κι αυτό μαζί μου.

Το πλήρες βόηθησέ με ν’ αντιμετωπίσω.
Εκεί είναι ο δύσκολος δεσμός
που περιμένει να λυθεί.

Ή μήπως μόνο αν κοπεί θα με γλιτώσεις;

Γύρω μου το κενό
κι εγώ την ησυχία του ν’ απολαμβάνω.
Ψάχνω και ψάχνομαι και πάλι ζωντανεύω.
Διαύγεια.

Όμως στο πλήρες όλα γίνονται θολά.
Δίπλα μου
γύρω μου
τα πάντα ασφυκτικά
και χώρος ούτε για μια τόση δα ανάσα.

Δίπλα μου
γύρω μου
τα πάντα

και τόσο εύκολο να παρανοηθεί
η εγγύτητα με τη επικοινωνία
η εγγύτητα με την ιδιοκτησία

και να νομίζω ότι έχω
και τελικά να νομίζω ότι είμαι.
Αιώνιο λάθος.

Τότε είναι που το πλήρες έχει επικρατήσει
μεταφέροντας το κενό μέσα μου.

Αυτός είναι τρόμος.


Πάμε να χαζέψουμε ρούχα στις βιτρίνες

Κυριακή, 11 Μαΐου 2008

[Εκεί]

Όταν πηγαίναμε επισκέψεις, πάντοτε με έντυναν με τα καλά μου. Δεν ξέρω πώς τύχαινε όμως, κάθε φορά γινόταν η ίδια αντιστοίχιση ανάμεσα στα ρούχα και στο σπίτι στο οποίο θα πηγαίναμε – ίσως να μην τύχαινε βέβαια, ίσως να είχε διαπιστωθεί ότι στο α σπίτι άρεσαν τα β ρούχα, ενώ στο γ σπίτι άρεσαν τα δ ρούχα, κι έτσι να παγιώθηκε ο συνδυασμός.

Το αποτέλεσμα ήταν πως ύστερα από κάμποσο καιρό, το καρώ πουκάμισο είχε αποκτήσει μυρωδιά θεία Σοφία, το κοτλέ παντελόνι μύριζε θείο Αντώνη, όσο για την πράσινη πλεχτή ζακέτα, αυτή είχε διαποτιστεί από τη μυρωδιά κυρία Ιουλία και κύριος Στράτος (ή αλλιώς, οι Κυψελιώτες). Όταν λέω μυρωδιά, δεν αναφέρομαι σε άρωμα αγοραστό, σε κολόνια· εννοώ την αδιόρατη μυρωδιά που χαρακτηρίζει κάθε σπίτι, ένα συγκερασμό από τα φαγητά που έχουν ψηθεί όλα τα χρόνια, από την υγρασία που κρύβεται επιμελώς μέσα στους τοίχους, από τις διάφορες εκκρίσεις που πιστοποιούν πως πρόκειται για ανθρώπινη κατοικία, από την απόστασή του από το χώμα, από το σύνολο των οσμών που τοποθετούν το κάθε οίκημα σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο.

Όντας ένας περαστικός, ένας επισκέπτης, δεν αντιλαμβανόμουν αυτή τη μυρωδιά άμεσα, φορώντας όμως πάντα το ίδιο ρούχο πηγαίνοντας στο ίδιο σπίτι, το ύφασμα κατέληξε να αντικαταστήσει την όσφρησή μου, αποκαλύπτοντάς μου την κάθε μυρωδιά στην πλήρη της έκταση. Έτσι, το καρώ πουκάμισο μύριζε φως, το κοτλέ παντελόνι μύριζε γρασίδι, ενώ η πράσινη πλεχτή ζακέτα μύριζε κλεισούρα. Η τύχη αυτών των ρούχων ήταν εξαρτημένη πλέον και από την οσμή που δεν μπορούσαν να αποχωριστούν· το καρώ πουκάμισο είχε γίνει αγαπημένο μου, το κοτλέ πάντα με ενοχλούσε αλλά τώρα το αντιμετώπιζα θετικότερα, όσο για την πράσινη πλεχτή ζακέτα -μπλιαχ!- αυτοί οι αχώνευτοι οι Κυψελιώτες με έκαναν να τη σιχαθώ.

[Εδώ]

Όταν έρχονταν επισκέψεις, πάντοτε με έντυναν με τα καλά μου. Όταν έρχονταν επισκέψεις, πάντοτε όλο το σπίτι ντυνόταν με τα καλά του. Τα χρησιμοποιημένα πράσινα σαπούνια κρύβονταν και στη θέση τους εμφανίζονταν καινούρια μοσχοσάπουνα, οι νοτισμένες πετσέτες εξαφανίζονταν και τη θέση τους έπαιρναν οι πεντακάθαρες, τα καλύμματα που προστάτευαν τα έπιπλα από τη φθορά απομακρύνονταν κι επιτέλους βλέπαμε την πραγματική όψη των επίπλων. Το τραπέζι φορούσε το καλύτερο τραπεζομάντηλό του, σκόνη δεν υπήρχε πουθενά ούτε για δείγμα, τα είδη υγιεινής έλαμπαν περισσότερο από ποτέ, ούτε μια τρίχα δεν υπήρχε στο πάτωμα. Με λίγα λόγια, το σπίτι ήταν άψογο.

Το σπίτι ήταν άψογο· φρίκη! Δίσταζα να πλύνω τα χέρια μου, φοβούμενος πως οι σταγόνες που θα πέσουν στο νιπτήρα θα χαλάσουν την τελειότητα. Απέφευγα να καθήσω στα έπιπλα πριν έρθουν οι επισκέπτες, μην τυχόν και δεν αντικρίσουν το πόσο ατσαλάκωτα ήταν. Αν τύχαινε και τα ρούχα που φορούσα ήταν πολύ καινούρια, η κάθε μου κίνηση ήταν μια απειλή για την ακεραιότητά τους· μην τα λεκιάσω, μην τα ξεχειλώσω. Ουφ! Θα κρατήσει πολύ ακόμα αυτή η επίσκεψη; σκεφτόμουν εγκλωβισμένος στην ευπρέπεια.

Περισσότερο νομίζω πως με ενοχλούσε η αντικατάσταση των αντικειμένων. Σαν να διακοπτόταν απότομα η ροή του χρόνου, να άρχιζε προσωρινά η μέτρησή του ξανά από το μηδέν, εμβόλιμες σκηνές σε ήδη αρχινισμένη ταινία, μέχρι να φύγουν οι επισκέπτες και ο χρόνος να συνεχίσει να τρέχει από το σημείο στο οποίο είχε (θέλοντας και μη) παγώσει. Ελάτε πράσινα σαπούνια, νοτισμένες πετσέτες, καλύμματα επίπλων, η απόκρυψή σας έλαβε τέλος, μπορείτε και πάλι να εμφανιστείτε! – η αλήθεια είναι πως το μόνο που με στενοχωρούσε ήταν πως τα έπιπλα θα σκεπάζονταν ξανά με τα θλιβερά καλύμματα. Εμπρός πραγματική ζωή μου, μπορείς να συνεχίσεις να κυλάς. Επιτέλους, μπορούσα να αναπνεύσω.

[Τώρα]

Ένα πράγμα εύχομαι κάθε φορά που ξεκινάω για μια επίσκεψη και αφού έχω φροντίσει να φορέσω διαφορετικά ρούχα από την προηγούμενη φορά· να μην πάω να χαζέψω τις βιτρίνες.


Αρέσει σε %d bloggers: