Το ντους

Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

Άνοιξα το νερό και το άφησα να τρέχει πάνω μου καυτό.
Πήρα το σφουγγάρι κι άρχισα.
Ούτε θυμάμαι πόση ώρα πέρασε.
Έτριβα συνέχεια μέχρι που επιτέλους καθαρίστηκα.

Όλο μου το σώμα ένιωθε πια όπως έπρεπε·
είχα διώξει κάθε ίχνος καλοκαιριού από πάνω μου.
Παραλίες, διακοπές, παρέες, ανακαλύψεις,
χαμόγελα, ξενοιασιά, βόλτες, αγκαλιές,
τα πάντα πνίγηκαν ορμητικά στην αποχέτευση.

Το φθινοπωρινό μου δέρμα
είχε έρθει και πάλι στην επιφάνεια
ταχύτατα
όπως άρμοζε στις περιστάσεις,
μίζερο, θλιβερό, κουρασμένο,
να φωνάζει προς κάθε κατεύθυνση
τις ήττες του οχταώρου.


Σκιάζομαι

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

Θα με πείσεις πως πρέπει να φοβάμαι
θα μου βρεις αιτίες για να μην κυκλοφορώ
θα με κάνεις να ψάχνω συνέχεια πίσω μου το δολοφόνο

μα αφού κανένας δολοφόνος δεν είναι εκεί
όταν μόνο η σκιά μου θα με πλησιάζει
όταν μόνο η σκιά μου δεν θα με τρομάζει πια
θα μου πεις πως καλώς κατάλαβα
θα με συγχαρείς
θα μου πεις πως έχει έρθει η ώρα

και τότε εγώ θα δείξω συνέπεια
θα τιμήσω την εμπιστοσύνη σου
μα κυρίως την εκπαίδευση την οποία μου πρόσφερες
και θα καταδώσω τη σκιά μου

περιμένοντας πώς και πώς
να έρθεις να τη συλλάβεις
διότι είναι ύποπτη
διότι είναι σκοτεινή
διότι με κάνει να θυμάμαι το φως

Μα μόλις μείνω χωρίς σκιά
θα με κοιτάξεις στραβά και θα μου πεις
πως διαφέρω
πως είμαι επικίνδυνος
πως είμαι υπό κράτηση

Την ώρα που θα στρέφεις τους προβολείς στο πρόσωπό μου
όχι για το χειροκρότημα
μα για τις ομολογίες
την ώρα που δεν θα μπορώ να φυλαχτώ από τις φτιαχτές αλήθειες σου

θα θυμηθώ πως κάποτε ακόμα και η σκιά μου σε φόβιζε
θα καταλάβω για ακόμα μια φορά πως τρέφεσαι με φόβο·

μα θα συνεχίζω να ελπίζω
στις σκιές που απέμειναν και σε κάνουν να τρέμεις.


Σοφία εν αρρυθμία

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2011

Μοιάζει άκρως παράδοξο, αλλά ακόμα θυμάμαι τη φωνή του:

«Να το προσέχετε το τέκνο σας, τέκνα μου, διότι έχω την αμυδράν εντύπωσιν πως θα γίνει αμφισβητίας. Το μπούλο τώρα, διότι έχω κι άλλες βαπτίσεις. Είθε η Αρμονία Κυρίου να κυριαρχεί στη ζωή σας και σε όλα τα εμπιθρί που κατεβάζετε. Αμήν».

Μοιάζει άκρως παράδοξο, αλλά θυμάμαι αρκετά ακόμα, πέρα από τη φωνή του.

Η αλήθεια είναι πως ο ιερέας (του οποίου η κινητή επί του ράσου περιουσία θα είχε ζαλίσει ακόμα και το ΔΝΤ) είχε δυσκολευτεί κάπως μαζί μου και προφανώς φοβήθηκε ότι αν δεν με είχε ήδη κυριεύσει ο σατανάς, τότε πιθανότατα να με είχε ήδη κυριεύσει ο αναρχισμός ή, ακόμα χειρότερα, ο Πέτρος Λομβαρδός (ήμαρτον και απεταξάμην)!

Ο καημένος, πόσο έξω έπεφτε, το πράγμα ήταν απλούστατο. Με είχαν ξεσηκώσει από το σπίτι, με είχαν ντύσει με κάτι άβολα και ανυπόφορα ρούχα, κάτι είχα ακούσει ότι θα πάμε για κολύμπι αλλά προφανώς είχα καταλάβει λάθος, εν πάση περιπτώσει είχα μείνει με την εντύπωση ότι θα με πήγαιναν επιτέλους σε μικτά λουτρά, γιατί είχα βαρεθεί συνέχεια μόνος στη μπανιέρα με τα καραβάκια και τα ψαράκια και τα παπάκια.

Δυστυχώς, τα όνειρά μου ράγισαν όταν κατάλαβα πως το αυτοκίνητό μας ακολουθούσε τον αμαξωτό δρόμο για την Κοινότητα Ορεινής, και γκρεμίστηκαν εντελώς όταν φτάσαμε στην είσοδο της εκκλησίας όπου οι πρεσβύτεροι των γύρω περιοχών είχαν έρθει με τις συζύγους τους να δουν την παράσταση, να μας ράνουν με ατελείωτα «φτου φτου να μην αβασκαθεί», «να σας ζήσει», «πόσο μοιάζει στον υδραυλικό» και άλλα τέτοια που είθισται να κάνουν πιο ευχάριστη την ημέρα ενός τέτοιου μυστηρίου, να πάρουν τις μπουμπουνιέρες και να επιστρέψουν στη βάση τους για τον απαραίτητο σχολιασμό του γεγονότος.

Αφού μπήκαμε στην εκκλησία, αφού με τοποθέτησαν ξαπλωτά στον ειδικό χώρο (τον επονομαζόμενο και «γδύσ’ το επιτέλους το σκασμένο τώρα που δεν έχει αρχίσει ακόμα να κλαίει!»), αφού με έγδυσαν προτού αρχίσω να κλαίω (αν και δεν καταλάβαινα προς τι όλη αυτή η ανησυχία τους), αφού έγινε η παρουσίασίς μου στο φιλοθεάμον εκκλησίασμα το οποίο αδημονούσε να με πάρει μάτι, ε ναι λοιπόν, είχε έρθει η μεγαλειώδης ώρα που ο προαναφερθείς ιερέας θα έκανε τα μαγκικά του και θα έφευγαν οι βρωμισμοί από το σώμα μου και το πνεύμα του, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν.

Όμως, οποία απογοήτευσις! Ενώ περίμενα ότι το νερό της κολυμπήθρας θα ήταν φρέσκο και καθάριο, νερό από την πηγή της Στυγός, νερό στο οποίο δαφνηφάγες Ναϊάδες νύμφαι θα ήθελαν να φτιάξουμε μια κοινοβιακή κοινωνία ακόμα κι αν ήταν να παίζουμε μόνο (λέμε τώρα) με καραβάκια, ψαράκια και παπάκια, ενώ λοιπόν περίμενα όλα αυτά τα μαγευτικά, αντίθετα με βούτηξαν (πληθυντικός ευγενείας, όλοι ξέρουμε ποιος με βούτηξε) σε κάτι κυματιστά κρομμυδοζούμια που μπροστά τους ακόμα και ο ποταμός Τίσα θα έμοιαζε διαυγής!

Ήταν τόση η σκληρότης της καρδίας τους, που όχι μόνο το νερό φαινόταν ότι είχε διατηρηθεί από τον παλαιοζωολογικό αιώνα, αλλά και η θερμοκρασία του έδειχνε ότι τους το είχε προμηθεύσει ο γνωστός παγοπώλης της ενορίας, γεγονός που όλοι οι Βιοώτιοι υπαρχηγοί γνώριζαν και είχαν κρατήσει μυστικό ως εκείνη την ημέρα (αναμενόμενο βέβαια, διότι όλοι ήταν τόσο ταμαχιάριδες που ποιος ξέρει πόσα έργα τέχνης τούς είχαν χαρίσει για να μη μιλήσουν).

Η αντίφασις μεταξύ της χαράς που διακατείχε τους παρευρισκόμενους και της απόγνωσης που με είχε καταλάβει ήταν ανείπωτη. Κανείς δεν το είχε πάρει είδηση βέβαια μέσα στη γενικότερη ευτυχία που επικρατεί τέτοιες στιγμές· κανείς εξόν από τον ιερέα που ένιωθε ότι η αντίστασίς μου στη βάπτιση δυνάμωνε, αλλά δυστυχώς ήταν χεροδύναμος και δεν κατάφερα να αποφύγω το μοιραίο.

Το μοιραίο διάρκεσε ένα δεκάλεπτο σχεδόν, κατά το οποίο ο ιερέας με σήκωνε στον αέρα και με ξαναβύθιζε με το κεφάλι υπερεντατικά στο βαθυσκότος της κολυμπήθρας, κρατώντας με αστραγαλοπτερνικά από το δεξί πόδι, τόσο δυνατά που νόμιζα πως ήμουν καταζητούμενο βρέφος που όλοι οι παρόδιοι ιδιοκτήτες αναζητούσαν επειδή τους είχε κλέψει τα υαλονίψια. Μάταια προσπαθούσα να ξεφύγω, πετώντας τόσο νερό τριγύρω που θα μπορούσε να θέσει σε λειτουργία και υδροηλεκτρικές εγκαταστάσεις.

Γίνεται πλέον κατανοητό ότι αυτό που έζησα δεν ήταν μυστήριο αλλά μαρτύριο! Αν ήμουν κοριτσάκι, σίγουρα θα είχε χρειαστεί να μου γίνει ανάταξις μήτρας από το πολύ ταρακούνημα. Αυτό που με σημάδεψε εκείνη τη στιγμή όμως δεν ήταν το ταρακούνημα αλλά ο πανικός, και η ανεκφοίτητη νονά μου (η οποία ωσάν εταίρα Ερπυλλίς είχε αποσπάσει αυτό το ρόλο από την καλύτερή της φίλη παραχωρώντας της ως αντάλλαγμα ένα παλικάρι δυο μέτρα για το οποίο ήταν αντεράστριες) είχε να το λέει πως «το γλυκούλι μου, τι ήσυχο, ούτε κιχ δεν έβγαλε», ενώ το γλυκούλι είχε απλώς καταπιεί τη γλώσσα του από το φόβο.

Όταν πέρασαν όμως οι ώρες φάνηκε πως δεν μου είχε αφήσει σημάδια μόνο ο πανικός. Φήμες λένε πως ένας καπνοβιομήχανος που ζήλευε την επιτυχία του παγοπώλη είχε ρίξει ένα συνένζυμον μέσα στο νερό, με αποτέλεσμα το σώμα μου να γίνει κατάστικτον από το υάλωμα που αποφάσισε να κατασκηνώσει πάνω μου· η συνεχής καταβύθισή μου είχε ως αποτέλεσμα τη μακρωτία που έκανε τους συμμαθητές μου να με φωνάζουν καλικάντζαρο· όσο για το δυνατό χέρι που έσφιγγε και κρατούσε ανάποδα το πόδι μου, η κλίσις επ’ αριστερά που χαρακτηρίζει την έως τώρα ζωή μου δεν αναφέρεται τόσο στην πολιτική μου πεποίθηση όσο στο περπάτημά μου.

Ευτυχώς, όταν έγινε φανερό ότι ο οργανισμός μου άρχισε να εκπέμπει σήματα κινδύνου, με μετάφεραν ταχύτατα, ελλείψει άλλου ιατρικού κέντρου, στο κοντινό μαιευτήριο της Πλατανιάς, όπου ευσυνείδητος γιατρός ανέλαβε τη νοσηλεία μου και του οποίου ο απολυμαντικός και μαλαχτικός εξοπλισμός είχε θετικά αποτελέσματα και δημιούργησε τις απαραίτητες ανασχέσεις στις ασθένειες που με πολιορκούσαν.

Αυτή είναι λοιπόν η ιστορία της βάφτισής μου, και αυτές είναι οι αιτίες που όταν κάποιος τολμάει και με ρωτάει γιατί αφήνω τα παιδιά μου αθυμιάτιστα, των κοιτάζω σαν να έχω γεμίσει νταντούρα και του απαντώ στην ενεργητική ευκτική: «Κυρίαρχε Λαέ, δεν πας να κρεμαστείς!».


Με πόνο ψυχής αποφάσισα να εκμυστηρευτώ την ιστορία της βάφτισής μου, αφου και ο Γιώργος Μαργαρίτης μάς αποκάλυψε τι συνέβαινε όταν ο Καβάφης έπαιζε μπιρίμπα με τον Χαρδαβέλλα. Για τα ιστορικά ντοκουμέντα νιώθω τη βαθύτατη ανάγκη να ευχαριστήσω την arithmosofia και την αξία 1272 τής λέξης ΝτιζζυΝτρημ (png, ~1,2 MB).


Κούλα αγαπημένη μου

Σάββατο, 18 Δεκέμβριος 2010

Πήρα το θάρρος μου και πήγα στο Διοικητήριο. Μπήκα μέσα και χαιρέτησα, αλλά μάλλον είχα πάρει μαζί μου περισσότερο από όσο έπρεπε:
– O Captain, my Captain! καλημέρισα πανευτυχής προσπαθώντας να κρύψω την αγωνία μου.

Ουπς! Ο Διοικητής άλλαξε εξήντα εφτά χρώματα, γρύλισε (ελαφρά), με κοίταξε (στραβά) και είπε:
– Μη μου πεις ότι έβλεπες αυτή την αναρχοκομμουνιστική ταινία!
– Όχι, κύριε Διοικητά, το ντιβιντί με τις οδηγίες του Σώματος για την αντιμετώπιση των πορειών έβλεπα, αλλά μπερδεύτηκαν οι υπότιτλοι.
– Καλώς, ξεφύσηξε ο Διοικητής. Τι με θέλεις; Η ώρα περνάει και πρέπει να ετοιμάζεσαι.
– Γι’ αυτό σας ήθελα, κύριε Διοικητά, δεν ξέρω τι να φορέσω σήμερα.

Ο Διοικητής γούρλωσε τα μάτια του (λίγο), κοίταξε προς τον Ύψιστο (λίγο), και μετά με κοίταξε κατάματα (έντονα).
– Μα, αφού έχεις τη στολή… Ξέρεις, αυτή τη χακί, με το κράνος, την ασπίδα, τη φυσούνα, και όλα τα υπόλοιπα αξεσουάρ που έχουν ετοιμάσει οι ικανότεροι σχεδιαστές μόδας του Σώματος.
– Ξέρω, κύριε Διοικητά, αλλά δεν νομίζω πως μου ταιριάζει.

Ο Διοικητής γούρλωσε τα μάτια του (αρκετά), κοίταξε προς τον Ύψιστο (αρκετά), και μετά με κοίταξε κατάματα (έντρομος).
– Μάλλον κάτι δεν καταλαβαίνω… Αν είναι θέμα χρώματος, μην ξεχνάς ότι μπορείς να διαλέξεις και τη μπλε. Έχεις το ελεύθερο από εμένα. Αν θέλεις σου δίνω και έγγραφη «Άδεια ενδύσεως με τη μπλε στολή».

Έμεινα λίγο σιωπηλός, έτσι για εφέ, και είπα διστακτικά:
– Κύριε Διοικητά, το πρόβλημα δεν είναι το χρώμα· είναι το στυλ. Τόσος και τόσος κόσμος θα έχει κατεβεί με τα απλά καθημερινά του ρούχα, κι εγώ θα πρέπει να φοράω κοτζάμ χακί (ή έστω μπλε) πανοπλία, να είμαι στρατιωτάκι ακούνητο (αχ, τι μέγας ποιητής ο Βύρωνας, κύριε Διοικητά), και να ζηλεύω όλους αυτούς που θα μπορούν να κινούνται πιο άνετα από εμένα. Γι’ αυτό σας εκλιπαρώ, κύριε Διοικητά μου, μήπως θα μπορούσα να φορέσω κάτι πιο κάζουαλ για την περίσταση;

Ο Διοικητής έμεινε λίγο σιωπηλός (δεν ξέρω αν το έκανε κι αυτός έτσι για εφέ), φάνηκε να το σκέφτεται, έσκασε ένα μικρό χαμόγελο στο πρόσωπό του και:
– Δε μου λες παιδί μου, μήπως έχεις κανένα φουτεράκι που να σου αρέσει να το φοράς εκτός υπηρεσίας; Κάποιο που να νιώθεις άνετα; Αν έχει και κουκούλα, ακόμα καλύτερα.
– Μάλιστα, κύριε Διοικητά, έχω και με κουκούλα, απάντησα κάπως μουδιασμένος. Αλλά δεν το αγόρασα εγώ, δώρο μου το έκαναν, προσπάθησα να δικαιολογηθώ.
– Ωραία. Ξέχνα λοιπόν για σήμερα την χακί (ή μπλε) πανοπλία και πήγαινε να φορέσεις κάτι άνετο. Κάνα τζιν, κάνα αθλητικό παπούτσι, κάνα μπουφάν, και κυρίως μην ξεχάσεις το φούτερ με την κουκούλα· κυρίως την κουκούλα. Ευχαριστημένος;
– Μάλιστα, κύριε Διοικητά! Ευχαριστώ πολύ! Τρέχω να ετοιμαστώ!
– Πρόσεχε όμως μην πάρουν τα μυαλά σου αέρα κι έχουμε μπερδέματα. Και μην ξεχάσεις να περάσεις από το ΓΕΛΚΛΚ(ΤΔΜΠ) προτού φύγεις.
– Μάλιστα, κύριε Διοικητά. Χαίρετε, κύριε Διοικητά.

Αποχώρισα από το γραφείο κι έψαξα να βρω το ΓΕΛΚΛΚ(ΤΔΜΠ). Πρώτη φορά το άκουγα, αλλά δεν ήταν κατάλληλη στιγμή να ρωτήσω το Διοικητή, μπορεί να εκνευριζόταν και να πήγαινε χαμένη η ευκαιρία που είχα στα χέρια μου. Αφού λοιπόν περιπλανήθηκα σε διάφορους ορόφους, έφτασα μπροστά στην τεράστια πόρτα με την ταμπέλα ΓΕΛΚΛΚ(ΤΔΜΠ). Η πόρτα ήταν τεράστια μόνο και μόνο επειδή η ταμπέλα που εξηγούσε τα αρχικά ΓΕΛΚΛΚ(ΤΔΜΠ) ήταν τεράστια και γραμμένη σε μία γραμμή, αλλιώς δεν θα ήταν τόσο τεράστια όσο ήταν.

Απομακρύνθηκα λίγο από την πόρτα για να μπορέσω να χωρέσω στο οπτικό μου πεδίο όλο αυτό το μεγαλειώδες θέαμα και διάβασα: «Γραφείο ενημερώσεως λιτών και λοιπών κουκουλοφόρων (τα δικά μας παιδιά)». Εντυπωσιάστηκα! Μόλις συνειδητοποίησα ότι μπορούσα πλέον να αισθάνομαι δικό μας παιδί, ένιωσα μια άνευ προηγουμένου αναπτέρωση του ηθικού μου, αν ήξερα να ζωγραφίζω θα αποτύπωνα την αναπτέρωση στο χαρτί και θα την έστελνα ως υποψηφιότητα για το λογότυπο της οργάνωσης νέων. Δυστυχώς όμως η σχέση μου με τα χρώματα σταματούσε στη διάκριση μεταξύ χακί και μπλε.

Χτύπησα την πόρτα, μάλλον πόνεσε και γι’ αυτό άκουσα μια φωνή από μέσα, άνοιξα και μπήκα. Εξήγησα στον υπεύθυνο το γιατί και το πώς είχα φτάσει στο ΓΕΛΚΛΚ(ΤΔΜΠ), αυτός μου εξήγησε το πού και το πότε να πάω να βρω τους υπόλοιπους της ομάδας, μου τόνισε να μην ξεχάσω το φούτερ με την κουκούλα κι έφυγα.

Όταν ύστερα από ώρα συνάντησα σε ένα στενάκι τους υπόλοιπους της ομάδας, ξαφνιάστηκα επειδή δεν περίμενα πως θα ήμαστε τόσοι πολλοί, αλλά κι επειδή έτσι μαζεμένοι και ντυμένοι και κυρίως κουκουλοφορεμένοι μοιάζαμε με τους αξύριστους κι άπλυτους (αχ, τι μέγας ποιητής κι ο Θόδωρος) που θα κατέβαιναν στην πορεία· αυτό όμως ήταν το στοιχείο που θα έδινε την αιθέρια άνεση στις κινήσεις μας.

Ο επικεφαλής (αυτός ήταν κανονικά ντυμένος, όχι σας εμάς) μας έδωσε κάποιες οδηγίες στα γρήγορα (όπως δίνουν οι προπονητές στο μπάσκετ κι ανάθεμα κι αν θυμάται κανείς από τους παίχτες τίποτα μετά στο παρκέ) και μας είπε να ξαμοληθούμε στην πορεία και ν’ αναμιχθούμε με τον κόσμο! Ουάου! Πάντα έβλεπα «Ομάδα Δράσης 21» όταν ήμουν πιτσιρικάς και τώρα το σχεδόν όνειρό μου γινόταν σχεδόν πραγματικότητα.

Επίσης μας είπε να μην γυρίσουμε πίσω από την πορεία με άδεια χέρια, γιατί δεν θα θέλαμε να μάθουμε ποια θα ήταν η αντίδρασή του. «Τουλάχιστον τρεις ο καθένας σας!» φώναζε καθώς απομακρυνόμασταν. Κάποιοι συνάδελφοι που έμοιαζαν πιο έμπειροι σχολίασαν πως αυτό που θα άλλαζε ήταν απλώς το άρθρο, ότι αν δεν φέρναμε τους τρεις θα παίρναμε τα τρία, αλλά δεν ήταν κατάλληλη στιγμή να ρωτήσω, μπορεί να εκνευρίζονταν και να πήγαινε χαμένη η ευκαιρία που είχα στα χέρια μου.

Τώρα που βρισκόμουν στο παρκέ προσπαθούσα να θυμηθώ τι μας είχε πει στο τάιμ-άουτ. Δεν θυμόμουν όλες τις λεπτομέρειες, αλλά τα κύρια στοιχεία τα θυμόμουν, και πίστευα πως αυτό θα με βοηθούσε στην αποστολή μου. Αυτό που μας είχε τονίσει λοιπόν, ήταν ότι η ομάδα μας έπρεπε να δρα όχι με δυο μέτρα και δυο σταθμά αλλά με δυο νόμους και δυο σταθμούς (πρέπει να ήταν πολύ διαβασμένος έτσι που τα έλεγε).

Οι νόμοι που μας είπε, ήταν:
«1ος νόμος: Συλλαμβάνετε αμέσως όποιον έχει ρούχο με κουκούλα, είτε καίει είτε σπάει είτε περπατάει είτε αναπνέει.
2ος νόμος: Δεν συλλαμβάνεστε μεταξύ σας!».

Φαίνεται πως ο επικεφαλής είχε κάνει μετεκπαίδευση στις καλύτερες σχολές και ήξερε να συλλαμβάνει τον παλμό του ακροατηρίου, επειδή αμέσως μόλις μας είπε τον 2ο νόμο, μια ανακούφιση κυρίευσε την ομάδα μας.

Όσο για τους δυο σταθμούς που μας είπε, ήταν:
«1ος σταθμός: Σταθμός Πανεπιστημίου. Να έχετε τα μάτια σας τριακόσια σαν του Λεωνίδα, κι αν είστε προσεκτικοί μπορεί να τα πάτε μια χαρά, όχι μόνο τρεις αλλά εκατόν τρεις μπορείτε να φέρετε. Κάτι έχει το μέρος και τους τραβάει όπως η λάμψη τον κρότο.
2ος σταθμός: Σταθμός Συντάγματος. Η καλύτερη πίστα για κόντρες με μηχανάκια. Εντάξει, δεν σας αφορά αυτό άμεσα, αλλά έχει πλάκα να πάτε να χαζέψετε τους συναδέλφους σας που ανταγωνίζονται για χάι σκορ στο σημάδι πεζών».

Έτσι λοιπόν κυκλοφορούσα ανάμεσα στον κόσμο φορώντας την κουκούλα μου και κόβοντας φάτσες, έχοντας στην πλάτη μου το υπηρεσιακό μου σακίδιο που δεν ήταν καθόλου μπανάλ αλλά επαρκώς μπαχάλ. Δεν ήταν βαρύ, αλλά δεν το είχα συνηθίσει. Περιείχε όμως όλα τα απαραίτητα σύνεργα για να μην γυρίσει κανείς από την ομάδα με άδεια χέρια. Πάντοτε θαύμαζα το Σώμα για την ευφυΐα και την οργανωτικότητα την οποία μετέδιδε και σε εμάς. Το σακίδιό μου λοιπόν είχε μέσα τρία ζευγάρια πράσινα σταράκια, τρεις πυτζάμες, τρία σαμπουάν, και τρεις φουσκωτές ζαρντινιέρες (μαζί με μικρούς αυτόματους μηχανισμούς ποτίσματος). Μερικές φορές φοβόμουν ότι ήμουν τόσο χαρούμενος που θα γινόμουν αντιληπτός από λάθος ανθρώπους.

Ευτυχώς οι ώρες πέρασαν και τίποτε δεν πήγε στραβά. Εξάλλου όσο περισσότερος κόσμος κυκλοφορεί, τόσο πιθανότερο είναι να πετύχει μια τέτοια αποστολή. Γυρίσαμε λοιπόν πίσω με τα χέρια γεμάτα, οι αξύριστοι και άπλυτοι θα μεταφέρονταν στη λεωφόρο για μπουγάδα, ο Διοικητής μάς είπε «Μπράβο τα καλά μου τα παιδιά!» και μας κέρασε σοκολατάκι, κι εγώ βγήκα να το γιορτάσω με τους συναδέλφους και να χαζέψουμε τις φωτογραφίες από την επιχείρηση.

Μακάρι όλες οι μέρες στο Σώμα να ήταν πάντα τόσο ευχάριστες και παιχνιδιάρικες. Κούλα μου σ’ αγαπάω!


Εις το δάσος

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2008

Έτσι που λες Κοκκινοσκουφίτσα μου…

Όταν ο λύκος είναι μέσα σου, δεν είναι δυνατόν να μπει ανάμεσά σας η γιαγιά μήπως σε προφυλάξει. Μόνη σου θα πρέπει να τον αποφεύγεις, μόνη σου να τον ξεγελάς, μόνη σου να τον σκοτώσεις· αν μπορέσεις.

Κάνε λοιπόν τις βόλτες σου άφοβα. Ο λύκος δεν θα είναι ποτέ εκεί, μα θα ‘ναι πάντοτε παρών. Ακόμα κι αν δεν υπάρχει δάσος.


Αρέσει σε %d bloggers: