Κινητό ασφαλείας

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2008

Το γνωστό σκούρο μπλε χρώμα της στολής, η λέξη police στην πλάτη, κλομπ και διάφορα άλλα σχετικά παιχνιδάκια για μεγάλα παιδιά να κρέμονται από δω κι από κει.

Εκείνος να έχει βαρεθεί μπροστά στο κτίριο που προστάτευε και να παίζει με το κινητό.

Χαλάλι, σκέφτηκα, αν πρέπει ντε και καλά να πληρώνω κάτι, προτιμώ τις μονάδες σου, παρά τις σφαίρες σου


Κατάσταση εισερχομένων

Σάββατο, 13 Οκτώβριος 2007

Έκανα την καθημερινή μου κίνηση ελέγχου του ηλεκτρονικού μου ταχυδρομείου.

Είδα κάποια από τα μηνύματα να έχουν σημανθεί ως «Μη απεγνωσμένα». Έμεινα με το στόμα ανοιχτό· δε μπορούσα να το πιστέψω, δεν ήθελα να το πιστέψω! Τόσο πολύ λοιπόν είχαν εξελιχθεί τα προγράμματα, ώστε να μπορούν να αντιλαμβάνονται και τέτοιες ιδιαιτερότητες σχετικά με τον αποστολέα ή τον παραλήπτη;

Ανοιγόκλεισα τα μάτια και ξανακοίταξα· η φράση ήταν πλέον «μη αναγνωσμένα», όσο κι αν περίμενα μήπως αλλάξει ξαφνικά. Φαίνεται πως η κούραση της ημέρας με είχε κάνει άλλα να διαβάζω κι άλλα να αντιλαμβάνομαι.

Έχει περάσει καιρός από εκείνο το συμβάν, κάθε φορά όμως ψάχνω μήπως και διακρίνω ξανά κάτι ανάλογο. Μάταιος κόπος. Όλα πλέον είναι φυσιολογικά. Εκτός από μια αδιόρατη αίσθηση πως ίσως είμαι ένα σημάδι μπροστά από κάποια email, ένα σημάδι που σημαίνει «μπερδεμένο».


Τατουάζ

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2007

Ανεβαίνω αργά-αργά τη λεωφόρο, φτάνω στο πιο δύστροπο φανάρι· πρέπει να ελιχθώ ανάμεσα στα τροχοφόρα, ο Γρηγόρης λουφάρει απελπιστικά, εμφανίζεται μόνο για πέντε δευτερόλεπτα και μετά φεύγει.

Τα κατάφερα, είμαι στο απέναντι πεζοδρόμιο. Στ’ αριστερά, πίσω από τον υπαίθριο χώρο στάθμευσης, το βλέμμα μου πέφτει ξανά σ’ εκείνη την πολυκατοικία. Ποτέ δεν μπορώ να την αποφύγω, τόσα χρόνια εκεί, τόσα χρόνια στην ίδια κατάσταση. Ατελείωτη, ακατοίκητη, έρημη, οι τοίχοι σταμάτησαν το σκαρφάλωμα προτού προστατεύσουν όλα τα πατώματα.

Κοιτώντας τούς πάνω ορόφους μπορώ να δω την εσωτερική σκάλα, μα και την πολυκατοικία που βρίσκεται πίσω της. Χαμηλότερα, οι τοίχοι περιμένουν πια μόνο την κατάρρευσή τους. Σπασμένα σε άτακτα σημεία, τα τούβλα δημιουργούν μικρά ανοίγματα σαν πολεμίστρες που κοιτούν τους περαστικούς.

Οι περαστικοί δεν έχουν λόγο να φοβηθούν. Κανείς δεν υπάρχει στο κτίριο, μέσα στο σκοτάδι του υπάρχει μονάχα περισσότερα σκοτάδι και τίποτε άλλο· ησυχία, ακινησία. Μόνο ένα σύνθημα που δε λέει να ξεθωριάσει, γραμμένο με μπλε μπογιά, σαν τατουάζ σε νεκρό χέρι, φωνάζει «Μετανοείτε!». Το θαυμαστικό είναι η μόνη ένταση που υπάρχει σ’ αυτή την πολυκατοικία.

Έτσι απλά, στέκεται απέναντί μας ζητώντας μια μετάνοια. Μια μετάνοια επειδή χτίστηκε· ή επειδή ποτέ δεν ολοκληρώθηκε· ίσως επειδή η μοναδική ελπίδα που έχει απομείνει είναι η καταστροφή. Νιώθω πως το σύνθημα θα μείνει εκεί ακόμα κι αν εξαφανιστεί το κτίριο, ακόμα κι αν στη θέση του χτιστεί άλλο, ακόμα κι αν γίνει πλατεία (ένα δέντρο δυο παγκάκια), το θαυμαστικό θα μείνει στον αέρα να φωνάζει αδιακρίτως και χωρίς καμιά άλλη εξήγηση.

Συνεχίζω για το σταθμό του τρένου, αφήνω το θαυμαστικό στη θέση του, παίρνω το ερωτηματικό που μου έδωσε, επικυρώνω το εισιτήριο, επόμενη στάση, επόμενα ερωτηματικά.


Ήρθαμε για τα

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2007

Όλο το χειμώνα έβλεπα παντού χαλια. Σάμπως κι έφταιγαν οι συννεφιές, τα κρύα, τα κλειστά παράθυρα, κι όλοι έδειχναν τα χαλια τους. Κάθε σπίτι ήταν γεμάτο χαλια. Μικρά, μεγάλα, συνηθισμένα, παράξενα, τα χαλια ήταν εκεί.

Να όμως που έφτιαξε ο καιρός, πιο φωτεινός τώρα ο ήλιος, πιο θερμός, πιο αγαπημένος. Είναι οι μέρες που νιώθουμε τη ζέστη να μας γεμίζει σα πλατύ χαμόγελο, αποδιώχνουμε ό,τι μας βάραινε τους προηγούμενους μήνες, τα χειμωνιάτικα θα φυλαχτούν και τη θέση τους θα πάρουν τα καλοκαιρινά, μα κυρίως: τα χαλια θα εξαφανιστούν από τις ματιές μας. Βεράντες, μπαλκόνια, ταράτσες, τελευταίος καθαρμός για τα χαλια μας, προτού κρυφτούν στο σκοτάδι, μέχρι να ξαναρθεί η ώρα τους.

Μου αρέσει αυτή η ιεροτελεστία, με γοητεύει το ξαλάφρωμα των σπιτιών μας, των εαυτών μας, από τα μίζερα χρώματα, οι τελευταίες σταγόνες που ανυπομονούν να αποδράσουν από το μαύρο χαλι αστράφτοντας στο φως.

Αν χτυπήσουν την πόρτα απρόσκλητοι επισκέπτες, ας μην ξαφνιαστούμε. Θα είμαστε εμείς, οι άλλοι μας εαυτοί, παρακινημένοι από τη δύναμη του φωτός, επιφορτισμένοι για μία και μόνο εργασία. «Καλημέρα», θα μας πούμε· «ήρθαμε για τα χαλια».


Παραμυθιού εσώψιχα

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2007

Είμαι ο Κοντορεβυθούλης.

Τριγυρνώ στο δάσος, με τις τσέπες μου γεμάτες ψίχουλα.
Τα ρίχνω πίσω μου για να βρω το δρόμο να γυρίσω.
Αμ δε! Όσο προχωρώ εξαφανίζονται κι η επιστροφή δυσκολεύει.

Χρόνια τώρα τα καταφέρνω και βγαίνω από το δάσος,
κι ας μη μπορώ να διακρίνω αν επιστρέφω
στο μέρος από το οποίο ξεκίνησα,
ή σε κάποιο άλλο που απλώς του μοιάζει.

Άραγε έχει σημασία;
Γεμίζω τις τσέπες μου ψίχουλα και ξαναμπαίνω στο δάσος.
Ποτέ δεν πρόκειται να ρίξω πετραδάκια. Ποτέ.

Μα ακόμα δεν έχω καταλάβει,
αν αυτό που με γοητεύει είναι να επιστρέφω πάντοτε αλλού,
ή αν συνεχίζω ελπίζοντας πως κάποτε θα χαθώ πραγματικά.


Αρέσει σε %d bloggers: