Μίσους ξενιστής

Τρίτη, 24 Απρίλιος 2012

Στην αρχή μίσησα όσους ήταν από άλλη χώρα· για τη χώρα μου ήταν ξένοι. Τους εξολόθρευσα και θαύμασα την καθαρότητα της χώρας μου. Όμως…

Αργότερα μίσησα όσους ήταν από άλλο νομό· για τον νομό μου ήταν ξένοι. Τους εξολόθρευσα και θαύμασα την καθαρότητα του νομού μου. Όμως…

Μίσησα όσους ήταν από άλλη πόλη· για την πόλη μου ήταν ξένοι. Τους εξολόθρευσα και θαύμασα την καθαρότητα της πόλης μου. Όμως…

Μίσησα όσους ήταν από άλλη γειτονιά· για τη γειτονιά μου ήταν ξένοι. Τους εξολόθρευσα και θαύμασα την καθαρότητα της γειτονιάς μου. Όμως…

Μίσησα όσους ήταν από άλλη πολυκατοικία· για την πολυκατοικία μου ήταν ξένοι. Τους εξολόθρευσα και θαύμασα την καθαρότητα της πολυκατοικίας μου. Όμως…

Μίσησα όσους ήταν από άλλον όροφο· για τον όροφό μου ήταν ξένοι. Τους εξολόθρευσα και θαύμασα την καθαρότητα του ορόφου μου. Όμως…

Μίσησα όσους ζούσαν σε διπλανά διαμερίσματα· για το διαμέρισμά μου ήταν ξένοι. Τους εξολόθρευσα και θαύμασα την καθαρότητα του διαμερίσματός μου. Όμως…

Μίσησα όσους ζούσαν στα άλλα δωμάτια· για το δωμάτιό μου ήταν ξένοι. Τους εξολόθρευσα και θαύμασα την καθαρότητα του δωματίου μου. Όμως…

…το μόνο που έχω πια για να μισήσω είναι το πρόσωπο που βλέπω στον καθρέφτη. Θα το εξολοθρεύσω και θα μπορέσω επιτέλους χωρίς κανέναν περισπασμό να θαυμάσω την καθαρότητα της σκέψης μου.

Όμως;…


Πλήρες τρόμου

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

Μη μου μιλάς για το κενό και για τον τρόμο του.
Ποιος τρόμος;
Πάντοτε μια χαρά τα πήγαινα με το κενό
κι αυτό μαζί μου.

Το πλήρες βόηθησέ με ν’ αντιμετωπίσω.
Εκεί είναι ο δύσκολος δεσμός
που περιμένει να λυθεί.

Ή μήπως μόνο αν κοπεί θα με γλιτώσεις;

Γύρω μου το κενό
κι εγώ την ησυχία του ν’ απολαμβάνω.
Ψάχνω και ψάχνομαι και πάλι ζωντανεύω.
Διαύγεια.

Όμως στο πλήρες όλα γίνονται θολά.
Δίπλα μου
γύρω μου
τα πάντα ασφυκτικά
και χώρος ούτε για μια τόση δα ανάσα.

Δίπλα μου
γύρω μου
τα πάντα

και τόσο εύκολο να παρανοηθεί
η εγγύτητα με τη επικοινωνία
η εγγύτητα με την ιδιοκτησία

και να νομίζω ότι έχω
και τελικά να νομίζω ότι είμαι.
Αιώνιο λάθος.

Τότε είναι που το πλήρες έχει επικρατήσει
μεταφέροντας το κενό μέσα μου.

Αυτός είναι τρόμος.


Σοφία εν αρρυθμία

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2011

Μοιάζει άκρως παράδοξο, αλλά ακόμα θυμάμαι τη φωνή του:

«Να το προσέχετε το τέκνο σας, τέκνα μου, διότι έχω την αμυδράν εντύπωσιν πως θα γίνει αμφισβητίας. Το μπούλο τώρα, διότι έχω κι άλλες βαπτίσεις. Είθε η Αρμονία Κυρίου να κυριαρχεί στη ζωή σας και σε όλα τα εμπιθρί που κατεβάζετε. Αμήν».

Μοιάζει άκρως παράδοξο, αλλά θυμάμαι αρκετά ακόμα, πέρα από τη φωνή του.

Η αλήθεια είναι πως ο ιερέας (του οποίου η κινητή επί του ράσου περιουσία θα είχε ζαλίσει ακόμα και το ΔΝΤ) είχε δυσκολευτεί κάπως μαζί μου και προφανώς φοβήθηκε ότι αν δεν με είχε ήδη κυριεύσει ο σατανάς, τότε πιθανότατα να με είχε ήδη κυριεύσει ο αναρχισμός ή, ακόμα χειρότερα, ο Πέτρος Λομβαρδός (ήμαρτον και απεταξάμην)!

Ο καημένος, πόσο έξω έπεφτε, το πράγμα ήταν απλούστατο. Με είχαν ξεσηκώσει από το σπίτι, με είχαν ντύσει με κάτι άβολα και ανυπόφορα ρούχα, κάτι είχα ακούσει ότι θα πάμε για κολύμπι αλλά προφανώς είχα καταλάβει λάθος, εν πάση περιπτώσει είχα μείνει με την εντύπωση ότι θα με πήγαιναν επιτέλους σε μικτά λουτρά, γιατί είχα βαρεθεί συνέχεια μόνος στη μπανιέρα με τα καραβάκια και τα ψαράκια και τα παπάκια.

Δυστυχώς, τα όνειρά μου ράγισαν όταν κατάλαβα πως το αυτοκίνητό μας ακολουθούσε τον αμαξωτό δρόμο για την Κοινότητα Ορεινής, και γκρεμίστηκαν εντελώς όταν φτάσαμε στην είσοδο της εκκλησίας όπου οι πρεσβύτεροι των γύρω περιοχών είχαν έρθει με τις συζύγους τους να δουν την παράσταση, να μας ράνουν με ατελείωτα «φτου φτου να μην αβασκαθεί», «να σας ζήσει», «πόσο μοιάζει στον υδραυλικό» και άλλα τέτοια που είθισται να κάνουν πιο ευχάριστη την ημέρα ενός τέτοιου μυστηρίου, να πάρουν τις μπουμπουνιέρες και να επιστρέψουν στη βάση τους για τον απαραίτητο σχολιασμό του γεγονότος.

Αφού μπήκαμε στην εκκλησία, αφού με τοποθέτησαν ξαπλωτά στον ειδικό χώρο (τον επονομαζόμενο και «γδύσ’ το επιτέλους το σκασμένο τώρα που δεν έχει αρχίσει ακόμα να κλαίει!»), αφού με έγδυσαν προτού αρχίσω να κλαίω (αν και δεν καταλάβαινα προς τι όλη αυτή η ανησυχία τους), αφού έγινε η παρουσίασίς μου στο φιλοθεάμον εκκλησίασμα το οποίο αδημονούσε να με πάρει μάτι, ε ναι λοιπόν, είχε έρθει η μεγαλειώδης ώρα που ο προαναφερθείς ιερέας θα έκανε τα μαγκικά του και θα έφευγαν οι βρωμισμοί από το σώμα μου και το πνεύμα του, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν.

Όμως, οποία απογοήτευσις! Ενώ περίμενα ότι το νερό της κολυμπήθρας θα ήταν φρέσκο και καθάριο, νερό από την πηγή της Στυγός, νερό στο οποίο δαφνηφάγες Ναϊάδες νύμφαι θα ήθελαν να φτιάξουμε μια κοινοβιακή κοινωνία ακόμα κι αν ήταν να παίζουμε μόνο (λέμε τώρα) με καραβάκια, ψαράκια και παπάκια, ενώ λοιπόν περίμενα όλα αυτά τα μαγευτικά, αντίθετα με βούτηξαν (πληθυντικός ευγενείας, όλοι ξέρουμε ποιος με βούτηξε) σε κάτι κυματιστά κρομμυδοζούμια που μπροστά τους ακόμα και ο ποταμός Τίσα θα έμοιαζε διαυγής!

Ήταν τόση η σκληρότης της καρδίας τους, που όχι μόνο το νερό φαινόταν ότι είχε διατηρηθεί από τον παλαιοζωολογικό αιώνα, αλλά και η θερμοκρασία του έδειχνε ότι τους το είχε προμηθεύσει ο γνωστός παγοπώλης της ενορίας, γεγονός που όλοι οι Βιοώτιοι υπαρχηγοί γνώριζαν και είχαν κρατήσει μυστικό ως εκείνη την ημέρα (αναμενόμενο βέβαια, διότι όλοι ήταν τόσο ταμαχιάριδες που ποιος ξέρει πόσα έργα τέχνης τούς είχαν χαρίσει για να μη μιλήσουν).

Η αντίφασις μεταξύ της χαράς που διακατείχε τους παρευρισκόμενους και της απόγνωσης που με είχε καταλάβει ήταν ανείπωτη. Κανείς δεν το είχε πάρει είδηση βέβαια μέσα στη γενικότερη ευτυχία που επικρατεί τέτοιες στιγμές· κανείς εξόν από τον ιερέα που ένιωθε ότι η αντίστασίς μου στη βάπτιση δυνάμωνε, αλλά δυστυχώς ήταν χεροδύναμος και δεν κατάφερα να αποφύγω το μοιραίο.

Το μοιραίο διάρκεσε ένα δεκάλεπτο σχεδόν, κατά το οποίο ο ιερέας με σήκωνε στον αέρα και με ξαναβύθιζε με το κεφάλι υπερεντατικά στο βαθυσκότος της κολυμπήθρας, κρατώντας με αστραγαλοπτερνικά από το δεξί πόδι, τόσο δυνατά που νόμιζα πως ήμουν καταζητούμενο βρέφος που όλοι οι παρόδιοι ιδιοκτήτες αναζητούσαν επειδή τους είχε κλέψει τα υαλονίψια. Μάταια προσπαθούσα να ξεφύγω, πετώντας τόσο νερό τριγύρω που θα μπορούσε να θέσει σε λειτουργία και υδροηλεκτρικές εγκαταστάσεις.

Γίνεται πλέον κατανοητό ότι αυτό που έζησα δεν ήταν μυστήριο αλλά μαρτύριο! Αν ήμουν κοριτσάκι, σίγουρα θα είχε χρειαστεί να μου γίνει ανάταξις μήτρας από το πολύ ταρακούνημα. Αυτό που με σημάδεψε εκείνη τη στιγμή όμως δεν ήταν το ταρακούνημα αλλά ο πανικός, και η ανεκφοίτητη νονά μου (η οποία ωσάν εταίρα Ερπυλλίς είχε αποσπάσει αυτό το ρόλο από την καλύτερή της φίλη παραχωρώντας της ως αντάλλαγμα ένα παλικάρι δυο μέτρα για το οποίο ήταν αντεράστριες) είχε να το λέει πως «το γλυκούλι μου, τι ήσυχο, ούτε κιχ δεν έβγαλε», ενώ το γλυκούλι είχε απλώς καταπιεί τη γλώσσα του από το φόβο.

Όταν πέρασαν όμως οι ώρες φάνηκε πως δεν μου είχε αφήσει σημάδια μόνο ο πανικός. Φήμες λένε πως ένας καπνοβιομήχανος που ζήλευε την επιτυχία του παγοπώλη είχε ρίξει ένα συνένζυμον μέσα στο νερό, με αποτέλεσμα το σώμα μου να γίνει κατάστικτον από το υάλωμα που αποφάσισε να κατασκηνώσει πάνω μου· η συνεχής καταβύθισή μου είχε ως αποτέλεσμα τη μακρωτία που έκανε τους συμμαθητές μου να με φωνάζουν καλικάντζαρο· όσο για το δυνατό χέρι που έσφιγγε και κρατούσε ανάποδα το πόδι μου, η κλίσις επ’ αριστερά που χαρακτηρίζει την έως τώρα ζωή μου δεν αναφέρεται τόσο στην πολιτική μου πεποίθηση όσο στο περπάτημά μου.

Ευτυχώς, όταν έγινε φανερό ότι ο οργανισμός μου άρχισε να εκπέμπει σήματα κινδύνου, με μετάφεραν ταχύτατα, ελλείψει άλλου ιατρικού κέντρου, στο κοντινό μαιευτήριο της Πλατανιάς, όπου ευσυνείδητος γιατρός ανέλαβε τη νοσηλεία μου και του οποίου ο απολυμαντικός και μαλαχτικός εξοπλισμός είχε θετικά αποτελέσματα και δημιούργησε τις απαραίτητες ανασχέσεις στις ασθένειες που με πολιορκούσαν.

Αυτή είναι λοιπόν η ιστορία της βάφτισής μου, και αυτές είναι οι αιτίες που όταν κάποιος τολμάει και με ρωτάει γιατί αφήνω τα παιδιά μου αθυμιάτιστα, των κοιτάζω σαν να έχω γεμίσει νταντούρα και του απαντώ στην ενεργητική ευκτική: «Κυρίαρχε Λαέ, δεν πας να κρεμαστείς!».


Με πόνο ψυχής αποφάσισα να εκμυστηρευτώ την ιστορία της βάφτισής μου, αφου και ο Γιώργος Μαργαρίτης μάς αποκάλυψε τι συνέβαινε όταν ο Καβάφης έπαιζε μπιρίμπα με τον Χαρδαβέλλα. Για τα ιστορικά ντοκουμέντα νιώθω τη βαθύτατη ανάγκη να ευχαριστήσω την arithmosofia και την αξία 1272 τής λέξης ΝτιζζυΝτρημ (png, ~1,2 MB).


Θυμώνιασε

Τρίτη, 26 Αύγουστος 2008

Θυμώνας, ο [θimónas]: Νοητή εποχή του έτους. Παρεμβάλλεται δια της λεκτικής βίας μεταξύ καλοκαιριού και φθινοπώρου, εικάζεται πως προσπαθεί να αντικαταστήσει το φθινόπωρο και το χειμώνα. Συνήθως χρησιμοποιείται στα πολυπληθή αστικά κέντρα κατά τη λήξη του καλοκαιριού (ειδικότερα των θερινών αδειών), οπότε και οι ταξιδιώτες επιστρέφουν με ανείπωτη χαρά στον τόπο διαμονής κι εργασίας τους. Η ευχάριστη διάθεσή τους αντανακλάται σε αυτή τη νοητή εποχή, που σηματοδοτεί την επάνοδο στην καθαρή ατμόσφαιρα, την άνετη κυκλοφορία και συγκοινωνία, την αγάπη προς τον πλησίον. || (ευχή) καλό θυμώνα: απευθύνεται προς το συνάνθρωπο του οποίου τα ξινισμένα μούτρα το γλυκό πρόσωπο είχε καιρό να δει ο ευχόμενος, με την ελπίδα να περάσει έναν κακό, ψυχρό κι ανάποδο όμορφο θυμώνα. || (αντευχή) καλό θυμώνα στα μούτρα σου, αν δεν μου πεις «καλό φθινόπωρο» δεν σου ξαναμιλάω μέχρι την άνοιξη: απάντηση στο συνάνθρωπο που ξεστόμισε την ανωτέρω ευχή, δηλώνει την ολόψυχη αποδοχή της και την εκ βάθους καρδίας άνθιση αγνών συναισθημάτων. [μσν. χειμώνας + θυμώνω < αρχ. χειμών, αιτ. -ῶνα + θυμ(ῶ) -ώνω]


Η κουκκίδα

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2008

Είναι κάποιες μέρες που δεν μου αρκεί η συμπαράσταση μέσω της σκέψης, ούτε θέλω να τις εκμεταλλευτώ για ξεκούραση.
Κοιτάζοντας τη φωτογραφία της ημέρας, θέλω να ξέρω ότι ήμουν μια μαύρη κουκκίδα παρουσίας και όχι μια άσπρη κουκκίδα απουσίας.
Άμεσο κέρδος, η συνάντηση με άλλες κουκκίδες – η επιβεβαίωση ότι υπάρχουν κι άλλες κουκκίδες. Απώτερο κέρδος, προς το παρόν άγνωστο. Πού ξέρεις όμως, ίσως κάποτε γεμίσει η φωτογραφία.


Αρέσει σε %d bloggers: