Πολιοδική τράπεζα ήχου

Κονσόλα.

Μια λέξη που τόσο πολύ είχα συνηθίσει να ακούω στις ραδιοφωνικές εκπομπές. Τότε που είχα το ραδιόφωνο συνέχεια ανοιχτό. Πάντα κάποιος βρισκόταν πίσω ή μπροστά (ανάλογα με τη λεκτική οπτική της στιγμής) από εκείνο το μυστηριώδες αντικείμενο με τα υπέροχα αμέτρητα κουμπάκια και φρόντιζε τις μουσικές και τις λέξεις που με συντρόφευαν.

Μουσικές και λέξεις που όμως αναγκαζόμουν να εγκαταλείπω τις ώρες των μαθημάτων. Όπως το μάθημα αγγλικών που πάντα έφτανε απρόσκλητο, ανάμεσα στα τόσα που είχα ήδη παρακολουθήσει και σε άλλα τόσα που επρόκειτο να παρακολουθήσω.

Μια μέρα την είδα εκεί μπροστά μου· στο λεξιλόγιο. Μα δεν ήταν δυνατόν! Σίγουρα ήταν τρελλοί αυτοί οι Άγγλοι! Ή, έστω, ήταν τρελλοί αυτοί οι Έλληνες! Πάντως δεν ήταν δυνατόν! Θα ήταν λάθος, δεν υπήρχε άλλη εξήγηση!

Η λέξη console, σύμφωνα με το λεξιλόγιο, σήμαινε… παρηγορώ. Η υπέροχη, αγαπημένη, γλυκιά, νυχτερινή, αιθέρια λέξη μου, άφηνε τους ουρανούς της μουσικής και τσακιζόταν πέφτοντας στη γη, προσπαθώντας να απαλύνει τον πόνο, να λιγοστέψει το δάκρυ, φορώντας μαύρο τσεμπέρι και μοιρολογώντας.

Το λεξιλόγιο με είχε χτυπήσει πισώπλατα, χωρίς ούτε μια προειδοποίηση. Το τραύμα ήταν βαθύ, και δεν έμελλε να επουλωθεί ποτέ. Πάντα θα θυμόμουν εκείνη την αλλόκοτη ερμηνεία, ακόμα κι αν εξαφανίζονταν όλες οι λέξεις που έχει ποτέ σκεφτεί ανθρώπου νους.

Ποιες λέξεις άραγε σκέφτεσαι;

Παρατηρώ το πρόσωπό σου να γεμίζει θλίψη και απόγνωση, καθώς νιώθεις πως χάνεσαι σε ένα λαβύρινθο, χωρίς καν την ελπίδα τής ύπαρξης μιας εξόδου. Θα ήθελα τόσο να γίνω η Αριάδνη και να σου προσφέρω την άκρη του μίτου, μα τα νήματα συνεχώς κόβονται στα άτεχνα δάχτυλά μου. Οι κινήσεις μου γίνονται φοβισμένες, σπασμωδικές, το νήμα αρχίζει να με τυλίγει σαν κουκούλι, τελικά δε μπορώ να προτείνω κανένα δρόμο για διαφυγή.

Το μόνο που έχω μάθει πια καλά, είναι να γίνομαι ένας γελωτοποιός. Φορώντας τη χρωματιστή μου στολή, τα παρδαλά μου καπέλα, με αστείες φράσεις και ανεξάντλητες γκριμάτσες προσπαθώ να απαλύνω τους φόβους σου για το Μινώταυρο, να κρατήσω ζωντανό το όραμα της δραπέτευσης. Μα ο παλιάτσος μου δεν ξέρει να παρηγορεί, μόνο την προσοχή σου προσπαθεί αγκομαχώντας να αποσπάσει, μόνο ένα θαμπό χαμόγελο να σχηματίσει για λίγο στα χείλη σου.

Σαν πέφτει το σκοτάδι, όταν τα χρώματα των ρούχων μου παύουν να φωτίζονται, ξαπλώνεις ακουμπώντας σε κάποιο διάδρομο από τους εκατοντάδες που σε εγκλωβίζουν. Αγνοείς την ύπαρξή μου κι αφήνεις τους μελωδικούς ήχους που έρχονται έξω από το λαβύρινθο να σε ησυχάσουν, σαν την κονσόλα μιας άγνωστης εκπομπής που έχει τη δύναμη να σε κάνει να ξαλαφρώνεις από την αγωνία της ημέρας. Φαίνεται πως εκείνο το λεξιλόγιο είχε δίκιο: console σημαίνει παρηγορώ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: