Δαντελένιο μυστήριο

Κλειστό και σήμερα. Όπως και τόσους μήνες. Ούτε χαραμάδα για μια ματιά φως ή για μια ανάσα αέρα.

Ισορροπώντας με τη βοήθεια της χειρολαβής ανάμεσα σε τυχαίους συνταξιδιώτες για τριάντα λεπτά, το παρατηρώ κάθε πρωί. Δεν χρειάζεται πολλή ώρα, δυο-τρία δευτερόλεπτα καθώς διασχίζουμε τη λεωφόρο είναι αρκετά. Το μυστηριώδες παράθυρο είναι κατάκλειστο, με το ρολό κατεβασμένο. Ένα πολυκαιρισμένο μπεζ-κρεμ ρολό, σ’ έναν τοίχο αρχικά λευκό, που χρόνια τώρα γκριζάρει από τα καυσαέρια.

Πήγαινα ακόμα σχολείο όταν την είδα για πρώτη φορά. Ήταν εκεί, πίσω από το τζάμι του παραθύρου και με κοιτούσε. Μπροστά από την δαντελένια κουρτίνα και ανεβασμένη στο περβάζι, μια πλαστική κούκλα με κοιτούσε. Με ύψος γύρω στα σαράντα εκατοστά, αλλά με περιφέρεια πολύ μεγαλύτερη από την κοινά αποδεκτή στις διαφημίσεις, σίγουρα θα έχανε σε οποιονδήποτε διαγωνισμό ομορφιάς από τις ορδές των μπάρμπι που επιμένουν να μας ταΐζουν νευρική ανορεξία.

Δεν θυμάμαι τα ρούχα της με σιγουριά, νομίζω όμως πως ήταν ντυμένη με ένα άσπρο φόρεμα. Σκούρα μάτια, πιθανότατα μαύρα, απουσία οποιουδήποτε συναισθήματος στο πρόσωπό της, στηριζόταν στο τζάμι με τα χέρια της που είχε σχεδόν σηκωμένα σε μια διστακτική ανάταση. Έριχνε το βάρος της προς τα εμπρός, σα να προσπαθούσε να δει καλύτερα τι γίνεται έξω στο δρόμο. Ή σα να ήθελε να ζητήσει βοήθεια για να δραπετεύσει.

Αυτή η τελευταία σκέψη άρχισε να με κυριεύει. Μήπως ήταν πράγματι έτσι; Από ποιους να ήθελε να ξεφύγει, ποιοι την κρατούσαν εκεί χωρίς τη θέλησή της; Ήταν αδύνατο να δω μέσα στο δωμάτιο, η κουρτίνα αποτελούσε το όριο του βλέμματός μου. Σκέφτηκα πως κάποια από τις επόμενες ημέρες θα το κατάφερνα. Δε μπορούσα τότε να φανταστώ πως η στιγμή της αποκάλυψης δε θα ερχόταν ποτέ.

Κάθε φορά που το λεωφορείο έφτανε σε εκείνο το σημείο, τα μάτια μου αναζητούσαν την κακότεχνη κούκλα, κι εκείνη ήταν πάντοτε πιστή στο ραντεβού. Όσο κι αν πονούσαν όμως τα μάτια μου από την υπερπροσπάθεια, δεν κατάφερνα να δω μέσα στο δωμάτιο. Ακόμα και τις ελάχιστες φορές που η κουρτίνα δεν ήταν καλοτραβηγμένη και άφηνε κάποιο κενό, δεν διέκρινα την παραμικρή κίνηση, το παραμικρό ίχνος ζωής πίσω από το παράθυρο. Εκείνη η απελπισμένη κούκλα, θαρρείς και ήταν ο μόνος κάτοικος εκείνου του δωματίου, εκείνου του σπιτιού.

Το συναίσθημα που μου προκαλούσε αυτή η κούκλα δεν ήταν αμιγές. Αν και καθημερινά περίμενα πώς και πώς τη στιγμή που μέσα από το λεωφορείο θα χαμογελούσα και πάλι για την παρουσία της, ταυτόχρονα με γέμιζε ανεξήγητο τρόμο το γεγονός ότι ποτέ δεν είχα δει κάποιο χέρι να την τοποθετεί στο περβάζι, κάποιο ανθρώπινο πρόσωπο δίπλα στο ψυχρό πρόσωπο της κούκλας. Είχα καταλήξει στο αυθαίρετο συμπέρασμα πως κάποια κατάκοιτη κυρία ζούσε σε εκείνο το σπίτι, και είχε ζητήσει από όποιον φρόντιζε εκείνη να φροντίζει και την κούκλα της, μια κούκλα που ίσως να της κρατούσε συντροφιά θυμίζοντάς της την περασμένη νεότητα.

Την πρώτη μέρα που η κούκλα δεν ήταν στη θέση της, ένοιωσα κάτι να διαταράσσει την ηρεμία τής ρουτίνας μου. Το ξάφνιασμα διαδέχτηκε η σκέψη ότι ίσως είχε τοποθετηθεί βιαστικά στο περβάζι και έπεσε προς τα πίσω στο πάτωμα, χωρίς να υπάρχει κάποιος που θα μπορούσε να τη βοηθήσει να σηκωθεί. Ασφαλώς θα επρόκειτο για μια άτυχη στιγμή.

Την επομένη όμως, όταν και πάλι η απουσία της κούκλας φώτιζε την κουρτίνα, το ξάφνιασμα της προηγούμενης ημέρας μετατράπηκε σε μούδιασμα. Δε με ενδιέφερε σε ποια στάση ήθελα να κατεβώ, δε θυμόμουν για ποιο λόγο είχα μπει στο λεωφορείο, το μόνο που σκεφτόμουν ήταν το παράθυρο στο οποίο δεν υπήρχε η παρέα τής καθημερινής μου διαδρομής.

Οι ελπίδες μου εξανεμίστηκαν την τρίτη ημέρα. Δεν ήταν ότι απλά έλειπε η κούκλα. Δεν ήταν ότι απλά μια κουρτίνα απαγόρευε την είσοδό μου στο μυστηριώδη εκείνο μικρόκοσμο. Ήταν ότι το ρολό του παραθύρου ήταν κατεβασμένο. Ένα ρολό που έκλεισε για πάντα το δρόμο στα λιγοστά εκείνα δευτερόλεπτα που αναζητούσα κάποια κίνηση πίσω από την κούκλα και κάποια εξήγηση για την ύπαρξή της.

Οι μήνες που έχουν περάσει από τότε με τη σκόνη να δημιουργεί πένθιμες στρώσεις πάνω στο τελεσίδικο ρολό, μόνο θάνατο μπορούν να σημαίνουν. Ποτέ όμως δεν έμαθα αν πέθανε κάποια ηλικιωμένη κυρία, ή η ίδια η κούκλα.

8 απαντήσεις στο Δαντελένιο μυστήριο

  1. Ο/Η lena λέει:

    ο,τι θυμάσαι, λένε, μέσα σου ζεί.

  2. Ο/Η Χρήστος Μόρφος λέει:

    Τόσο μελαγχολικό! Τόσο όμορφα μελαγχολικό…

  3. Ο/Η theo λέει:

    Εγώ θα πήγαινα εκεί επί τόπου να δω ιδίοις όμμασι τι συμβαίνει μπας και ξεδιαλύνω το μυστήριο πάντως.

  4. Ο/Η dizzydream λέει:

    lena: Μερικές φορές ακόμα κι αν δεν το θέλεις!

    Χρήστο: Με έβαλες σε σκέψεις, προσπαθούσα να βρω πώς ένιωθα. Ακόμα δεν έχω βρει.

    theo: Αποκλείεται! Τι τίτλο θα έβαζα μετά; «Δαντελένιο μυστήριο που ξεδιάλυνα»; :-)

  5. Ο/Η theprincessonthepea λέει:

    αν πήγαινες να δεις τί έχει συμβεί, θα έκανες ποστ με τίτλο «δαντελένιο μυστήριο που ξήλωσα»!
    χιχιχιχχιχιιιι!!!!!!

  6. Ο/Η dizzydream λέει:

    Για να μην αφήνω όμως ίχνη κατά τη διάρκεια των ερευνών, θα έπρεπε να γίνω «Ο ντετέκτιβ με τη ραπτομηχανή»! :-P

  7. Ο/Η argyrenia λέει:

    Ντάξει, γράφεις καταπληκτικά.
    Με μελαγχόλησε, αλλά το βρήκα υπέροχο.
    Είδα μετά την απάντηση που έδωσες στον αδερφό μου και ξεκαρδίστηκα.
    ΕΙΣΑΙ ΦΟΒΕΡΟΣ!!!

  8. Ο/Η dizzydream λέει:

    argyrenia, ντάξει, τα χρήματα όπως τα είχαμε πει. Αλλά την επόμενη φορά να είσαι πιο προσεκτική, είχαμε συμφωνήσει «είσαι φοβερός και τρομερός!» :-P

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: