Ενώ η πόλη κοιτάζει αλλού

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2011

Θα σε βιάζω αφού μ’ αφήνει ο νομοθέτης
πάντα πληρώνω βάσει τιμοκαταλόγου
όλα στο γράμμα και στο πνεύμα κάθε νόμου
κι εσύ αιωνίως μες στο σώμα σου ικέτις

Το έχεις όμως καταλάβει προ πολλού
όλοι το θέλουν κι όλοι μακριά από σένα
όλα γαλήνια κι όλα αγγελικά πλασμένα
κι η πόλη ήσυχη κοιτάζει πια αλλού


Κούλα αγαπημένη μου

Σάββατο, 18 Δεκεμβρίου 2010

Πήρα το θάρρος μου και πήγα στο Διοικητήριο. Μπήκα μέσα και χαιρέτησα, αλλά μάλλον είχα πάρει μαζί μου περισσότερο από όσο έπρεπε:
- O Captain, my Captain! καλημέρισα πανευτυχής προσπαθώντας να κρύψω την αγωνία μου.

Ουπς! Ο Διοικητής άλλαξε εξήντα εφτά χρώματα, γρύλισε (ελαφρά), με κοίταξε (στραβά) και είπε:
- Μη μου πεις ότι έβλεπες αυτή την αναρχοκομμουνιστική ταινία!
- Όχι, κύριε Διοικητά, το ντιβιντί με τις οδηγίες του Σώματος για την αντιμετώπιση των πορειών έβλεπα, αλλά μπερδεύτηκαν οι υπότιτλοι.
- Καλώς, ξεφύσηξε ο Διοικητής. Τι με θέλεις; Η ώρα περνάει και πρέπει να ετοιμάζεσαι.
- Γι’ αυτό σας ήθελα, κύριε Διοικητά, δεν ξέρω τι να φορέσω σήμερα.

Ο Διοικητής γούρλωσε τα μάτια του (λίγο), κοίταξε προς τον Ύψιστο (λίγο), και μετά με κοίταξε κατάματα (έντονα).
- Μα, αφού έχεις τη στολή… Ξέρεις, αυτή τη χακί, με το κράνος, την ασπίδα, τη φυσούνα, και όλα τα υπόλοιπα αξεσουάρ που έχουν ετοιμάσει οι ικανότεροι σχεδιαστές μόδας του Σώματος.
- Ξέρω, κύριε Διοικητά, αλλά δεν νομίζω πως μου ταιριάζει.

Ο Διοικητής γούρλωσε τα μάτια του (αρκετά), κοίταξε προς τον Ύψιστο (αρκετά), και μετά με κοίταξε κατάματα (έντρομος).
- Μάλλον κάτι δεν καταλαβαίνω… Αν είναι θέμα χρώματος, μην ξεχνάς ότι μπορείς να διαλέξεις και τη μπλε. Έχεις το ελεύθερο από εμένα. Αν θέλεις σου δίνω και έγγραφη “Άδεια ενδύσεως με τη μπλε στολή”.

Έμεινα λίγο σιωπηλός, έτσι για εφέ, και είπα διστακτικά:
- Κύριε Διοικητά, το πρόβλημα δεν είναι το χρώμα· είναι το στυλ. Τόσος και τόσος κόσμος θα έχει κατεβεί με τα απλά καθημερινά του ρούχα, κι εγώ θα πρέπει να φοράω κοτζάμ χακί (ή έστω μπλε) πανοπλία, να είμαι στρατιωτάκι ακούνητο (αχ, τι μέγας ποιητής ο Βύρωνας, κύριε Διοικητά), και να ζηλεύω όλους αυτούς που θα μπορούν να κινούνται πιο άνετα από εμένα. Γι’ αυτό σας εκλιπαρώ, κύριε Διοικητά μου, μήπως θα μπορούσα να φορέσω κάτι πιο κάζουαλ για την περίσταση;

Ο Διοικητής έμεινε λίγο σιωπηλός (δεν ξέρω αν το έκανε κι αυτός έτσι για εφέ), φάνηκε να το σκέφτεται, έσκασε ένα μικρό χαμόγελο στο πρόσωπό του και:
- Δε μου λες παιδί μου, μήπως έχεις κανένα φουτεράκι που να σου αρέσει να το φοράς εκτός υπηρεσίας; Κάποιο που να νιώθεις άνετα; Αν έχει και κουκούλα, ακόμα καλύτερα.
- Μάλιστα, κύριε Διοικητά, έχω και με κουκούλα, απάντησα κάπως μουδιασμένος. Αλλά δεν το αγόρασα εγώ, δώρο μου το έκαναν, προσπάθησα να δικαιολογηθώ.
- Ωραία. Ξέχνα λοιπόν για σήμερα την χακί (ή μπλε) πανοπλία και πήγαινε να φορέσεις κάτι άνετο. Κάνα τζιν, κάνα αθλητικό παπούτσι, κάνα μπουφάν, και κυρίως μην ξεχάσεις το φούτερ με την κουκούλα· κυρίως την κουκούλα. Ευχαριστημένος;
- Μάλιστα, κύριε Διοικητά! Ευχαριστώ πολύ! Τρέχω να ετοιμαστώ!
- Πρόσεχε όμως μην πάρουν τα μυαλά σου αέρα κι έχουμε μπερδέματα. Και μην ξεχάσεις να περάσεις από το ΓΕΛΚΛΚ(ΤΔΜΠ) προτού φύγεις.
- Μάλιστα, κύριε Διοικητά. Χαίρετε, κύριε Διοικητά.

Αποχώρισα από το γραφείο κι έψαξα να βρω το ΓΕΛΚΛΚ(ΤΔΜΠ). Πρώτη φορά το άκουγα, αλλά δεν ήταν κατάλληλη στιγμή να ρωτήσω το Διοικητή, μπορεί να εκνευριζόταν και να πήγαινε χαμένη η ευκαιρία που είχα στα χέρια μου. Αφού λοιπόν περιπλανήθηκα σε διάφορους ορόφους, έφτασα μπροστά στην τεράστια πόρτα με την ταμπέλα ΓΕΛΚΛΚ(ΤΔΜΠ). Η πόρτα ήταν τεράστια μόνο και μόνο επειδή η ταμπέλα που εξηγούσε τα αρχικά ΓΕΛΚΛΚ(ΤΔΜΠ) ήταν τεράστια και γραμμένη σε μία γραμμή, αλλιώς δεν θα ήταν τόσο τεράστια όσο ήταν.

Απομακρύνθηκα λίγο από την πόρτα για να μπορέσω να χωρέσω στο οπτικό μου πεδίο όλο αυτό το μεγαλειώδες θέαμα και διάβασα: «Γραφείο ενημερώσεως λιτών και λοιπών κουκουλοφόρων (τα δικά μας παιδιά)». Εντυπωσιάστηκα! Μόλις συνειδητοποίησα ότι μπορούσα πλέον να αισθάνομαι δικό μας παιδί, ένιωσα μια άνευ προηγουμένου αναπτέρωση του ηθικού μου, αν ήξερα να ζωγραφίζω θα αποτύπωνα την αναπτέρωση στο χαρτί και θα την έστελνα ως υποψηφιότητα για το λογότυπο της οργάνωσης νέων. Δυστυχώς όμως η σχέση μου με τα χρώματα σταματούσε στη διάκριση μεταξύ χακί και μπλε.

Χτύπησα την πόρτα, μάλλον πόνεσε και γι’ αυτό άκουσα μια φωνή από μέσα, άνοιξα και μπήκα. Εξήγησα στον υπεύθυνο το γιατί και το πώς είχα φτάσει στο ΓΕΛΚΛΚ(ΤΔΜΠ), αυτός μου εξήγησε το πού και το πότε να πάω να βρω τους υπόλοιπους της ομάδας, μου τόνισε να μην ξεχάσω το φούτερ με την κουκούλα κι έφυγα.

Όταν ύστερα από ώρα συνάντησα σε ένα στενάκι τους υπόλοιπους της ομάδας, ξαφνιάστηκα επειδή δεν περίμενα πως θα ήμαστε τόσοι πολλοί, αλλά κι επειδή έτσι μαζεμένοι και ντυμένοι και κυρίως κουκουλοφορεμένοι μοιάζαμε με τους αξύριστους κι άπλυτους (αχ, τι μέγας ποιητής κι ο Θόδωρος) που θα κατέβαιναν στην πορεία· αυτό όμως ήταν το στοιχείο που θα έδινε την αιθέρια άνεση στις κινήσεις μας.

Ο επικεφαλής (αυτός ήταν κανονικά ντυμένος, όχι σας εμάς) μας έδωσε κάποιες οδηγίες στα γρήγορα (όπως δίνουν οι προπονητές στο μπάσκετ κι ανάθεμα κι αν θυμάται κανείς από τους παίχτες τίποτα μετά στο παρκέ) και μας είπε να ξαμοληθούμε στην πορεία και ν’ αναμιχθούμε με τον κόσμο! Ουάου! Πάντα έβλεπα «Ομάδα Δράσης 21» όταν ήμουν πιτσιρικάς και τώρα το σχεδόν όνειρό μου γινόταν σχεδόν πραγματικότητα.

Επίσης μας είπε να μην γυρίσουμε πίσω από την πορεία με άδεια χέρια, γιατί δεν θα θέλαμε να μάθουμε ποια θα ήταν η αντίδρασή του. «Τουλάχιστον τρεις ο καθένας σας!» φώναζε καθώς απομακρυνόμασταν. Κάποιοι συνάδελφοι που έμοιαζαν πιο έμπειροι σχολίασαν πως αυτό που θα άλλαζε ήταν απλώς το άρθρο, ότι αν δεν φέρναμε τους τρεις θα παίρναμε τα τρία, αλλά δεν ήταν κατάλληλη στιγμή να ρωτήσω, μπορεί να εκνευρίζονταν και να πήγαινε χαμένη η ευκαιρία που είχα στα χέρια μου.

Τώρα που βρισκόμουν στο παρκέ προσπαθούσα να θυμηθώ τι μας είχε πει στο τάιμ-άουτ. Δεν θυμόμουν όλες τις λεπτομέρειες, αλλά τα κύρια στοιχεία τα θυμόμουν, και πίστευα πως αυτό θα με βοηθούσε στην αποστολή μου. Αυτό που μας είχε τονίσει λοιπόν, ήταν ότι η ομάδα μας έπρεπε να δρα όχι με δυο μέτρα και δυο σταθμά αλλά με δυο νόμους και δυο σταθμούς (πρέπει να ήταν πολύ διαβασμένος έτσι που τα έλεγε).

Οι νόμοι που μας είπε, ήταν:
«1ος νόμος: Συλλαμβάνετε αμέσως όποιον έχει ρούχο με κουκούλα, είτε καίει είτε σπάει είτε περπατάει είτε αναπνέει.
2ος νόμος: Δεν συλλαμβάνεστε μεταξύ σας!».

Φαίνεται πως ο επικεφαλής είχε κάνει μετεκπαίδευση στις καλύτερες σχολές και ήξερε να συλλαμβάνει τον παλμό του ακροατηρίου, επειδή αμέσως μόλις μας είπε τον 2ο νόμο, μια ανακούφιση κυρίευσε την ομάδα μας.

Όσο για τους δυο σταθμούς που μας είπε, ήταν:
«1ος σταθμός: Σταθμός Πανεπιστημίου. Να έχετε τα μάτια σας τριακόσια σαν του Λεωνίδα, κι αν είστε προσεκτικοί μπορεί να τα πάτε μια χαρά, όχι μόνο τρεις αλλά εκατόν τρεις μπορείτε να φέρετε. Κάτι έχει το μέρος και τους τραβάει όπως η λάμψη τον κρότο.
2ος σταθμός: Σταθμός Συντάγματος. Η καλύτερη πίστα για κόντρες με μηχανάκια. Εντάξει, δεν σας αφορά αυτό άμεσα, αλλά έχει πλάκα να πάτε να χαζέψετε τους συναδέλφους σας που ανταγωνίζονται για χάι σκορ στο σημάδι πεζών».

Έτσι λοιπόν κυκλοφορούσα ανάμεσα στον κόσμο φορώντας την κουκούλα μου και κόβοντας φάτσες, έχοντας στην πλάτη μου το υπηρεσιακό μου σακίδιο που δεν ήταν καθόλου μπανάλ αλλά επαρκώς μπαχάλ. Δεν ήταν βαρύ, αλλά δεν το είχα συνηθίσει. Περιείχε όμως όλα τα απαραίτητα σύνεργα για να μην γυρίσει κανείς από την ομάδα με άδεια χέρια. Πάντοτε θαύμαζα το Σώμα για την ευφυΐα και την οργανωτικότητα την οποία μετέδιδε και σε εμάς. Το σακίδιό μου λοιπόν είχε μέσα τρία ζευγάρια πράσινα σταράκια, τρεις πυτζάμες, τρία σαμπουάν, και τρεις φουσκωτές ζαρντινιέρες (μαζί με μικρούς αυτόματους μηχανισμούς ποτίσματος). Μερικές φορές φοβόμουν ότι ήμουν τόσο χαρούμενος που θα γινόμουν αντιληπτός από λάθος ανθρώπους.

Ευτυχώς οι ώρες πέρασαν και τίποτε δεν πήγε στραβά. Εξάλλου όσο περισσότερος κόσμος κυκλοφορεί, τόσο πιθανότερο είναι να πετύχει μια τέτοια αποστολή. Γυρίσαμε λοιπόν πίσω με τα χέρια γεμάτα, οι αξύριστοι και άπλυτοι θα μεταφέρονταν στη λεωφόρο για μπουγάδα, ο Διοικητής μάς είπε “Μπράβο τα καλά μου τα παιδιά!” και μας κέρασε σοκολατάκι, κι εγώ βγήκα να το γιορτάσω με τους συναδέλφους και να χαζέψουμε τις φωτογραφίες από την επιχείρηση.

Μακάρι όλες οι μέρες στο Σώμα να ήταν πάντα τόσο ευχάριστες και παιχνιδιάρικες. Κούλα μου σ’ αγαπάω!


Αναμνήσεις άγριας νύχτας

Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2009

Αυτή την άγρια τη νύχτα της φωτιάς
στο δρόμο έβγαλες πληγές και αναμνήσεις
δίπλα σε κάτι κάδους έτρεξες ν’ αφήσεις
φωτογραφίες άδειες μιας ζωής παλιάς

Μέσα σου ευχήθηκες να καίγονταν κι αυτές
και το πρωί να μάζευες στ’ αποκαΐδια
τα λάθη που σε ζώναν πάντα σαν τα φίδια
και μεγαλώναν συνεχώς τις ενοχές

Μα η ατυχία σε σημάδεψε ξανά
τα βήματά μας έφτασαν μπροστά στα κάδρα
και με του φωτογραφικού φακού τα μάγια
θα συνεχίσουν πια να ζουν παντοτινά


Δια την διατήρησιν του ελληνικού πολιτισμού

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2008

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποιητικής Λειψυδρίας και εμπρός στον άμεσα ορατό κίνδυνο της διπλής ονομασίας «νερό-νεράκι», ο Δήμος Αθηναίων σε συνεργασία με το Υπουργείο Πολιτισμού παρουσίασαν στο ευρύ κοινό την ενημερωτική εκστρατεία περί της διατηρήσεως του ελληνικού πολιτισμού (και ιδιαίτερα του αθηναϊκού πολιτισμού).

Η ενημερωτική εκστρατεία με το χαρακτηριστικό τίτλο «Κάνε την πόλη σου χυμείο» περιλαμβάνει αφίσες οι οποίες έχουν σκοπό να υπενθυμίσουν στους ΈΛληνες (και ιδιαίτερα στους Αθηναίους) τα ζηλευτά εκείνα στοιχεία τής καταγωγής των, τα ήθη και τα έθιμα στα οποία οφείλουν να προστρέχουν έμπροσθεν πάσας επιβουλής, εδαφικής ή αλλέως εκφραζομένης υπό των αλλοφύλων.

Επιπροσθέτως, με την αρωγή του Υπ. Εσωτερικών / Γ. Γ. Δημοσίας Τάξεως / Δνση Διακεκομμένης Γράνας / Υπδνση Ελαστικών Σφαιρών, καθίσταται υποχρεωτική η παρακολούθηση επιμορφωτικών σεμιναρίων από όλους τους μετανάστες οίτινες βρίσκονται εντός της επικρατείας του Α.Τ. Ομονοίας, με αντικείμενο την αφομοίωση των συγκεκριμένων εθίμων, ίνα ενταχθούν ομαλά στην κοινωνία.

Ακολούθως παρουσιάζονται οι εν λόγω ενημερωτικές αφίσες:

Κάνε την πόλη σου χυμείο (1) Κάνε την πόλη σου χυμείο (2) Κάνε την πόλη σου χυμείο (3) Κάνε την πόλη σου χυμείο (4) Κάνε την πόλη σου χυμείο (5) Κάνε την πόλη σου χυμείο (6) Κάνε την πόλη σου χυμείο (7)


Περισσότερες πληροφορίες:
- Η ενημερωτική σελίδα: http://www.polhxymeio.gr/.
- Το σύνολο των αφισών σε αρχείο pdf (~3,2 MB) δια τους εις τον Τύπον εργαζομένους.


Βραχογραφία

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2008

Με το βράχο έχουμε μεγαλώσει παρέα. Τον θυμάμαι από τότε που νομίζω πως με θυμάμαι. Χαίρομαι σαν περνάω από εκείνο το σημείο και βλέπω πως είναι ακόμα εκεί, νιώθω σα να βλέπω ένα φίλο που μου λέει πως όλα πάνε καλά και θα πάνε ακόμα καλύτερα.

Ο βράχος είναι μια σταθερά της γειτονιάς μου· επειδή όμως μερικές φορές τρελαίνομαι για υπερβολές, ο βράχος είναι και μια σταθερά της ζωής μου. Έχει επιβιώσει αλλαγών δημοτικών αρχών, αναπλάσεων πεζοδρομίων, καθώς και ανακαινίσεων οικιών.

Την τελευταία φορά όμως που τον είδα, δίπλα του ήταν κάποια μαδέρια κι ένας σωρός μπάζα· τρόμαξα. Νομίζω πως διέκρινα κι ένα τραύμα στην άκρη του, ελπίζω να έκανα λάθος, η ώρα ήταν περασμένη και το φως λιγοστό. Μα αν έχω δίκιο; Πάντα σκεφτόμουν πως η ύπαρξή του θα διαρκούσε πολύ περισσότερο από τη δική μου και τώρα φοβάμαι πως μια μέρα θα περάσω και θα λείπει. Ίσως εκείνη τη μέρα να ρωτήσω τους γείτονες μήπως τον είδαν, ίσως μου απαντήσουν πως λείπει σε ταξίδι για δουλειές. Ασφαλώς και θα τους πιστέψω.

Μα ποιος λόγος υπάρχει για να μείνει στη θέση του; Αν πω «αφήστε τον ήσυχο, είναι ο αγαπημένος μου βράχος», με βλέπω να μετράω βράχους για να κοιμηθώ, φορώντας τη λευκή ρόμπα με τα πολύ μακριά μανίκια. Τόσες πέτρες έχει η γη, δε χάθηκε ο κόσμος για μερικές λιγότερες, έτσι δεν είναι; – ίσως και να είναι έτσι.

Ο βράχος έχει πάντοτε για συντροφιά του αγριόχορτα· ιδιαιτέρως παγωμένα της τελευταίες μέρες. Φέτος όμως είναι η πρώτη φορά που ανυπομονώ να δω τους ανοιξιάτικους επισκέπτες του, τρυφερά χαμομήλια και ανέμελες παπαρούνες, επιζητώντας μια επιβεβαίωση: πως δεν είναι τα πάντα τόσο βραχύβια όσο οι άνθρωποι.


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.