Όταν θα έρθει και για μένα η στιγμή
για πάντα να χαθώ
στον άνεμο ή στη γη ή και στα πέλαγα
ας μείνει κάπου ένα σύμβολο μονάχα
να νιώθουν πως μπορούν να μου μιλούν
όσοι με αγάπησαν
ακόμα κι αν δεν με συνάντησαν ποτέ.
Όταν θα έρθει και για μένα η στιγμή
για πάντα να χαθώ
στον άνεμο ή στη γη ή και στα πέλαγα
ας μείνει κάπου ένα σύμβολο μονάχα
να νιώθουν πως μπορούν να μου μιλούν
όσοι με αγάπησαν
ακόμα κι αν δεν με συνάντησαν ποτέ.
Με το βράχο έχουμε μεγαλώσει παρέα. Τον θυμάμαι από τότε που νομίζω πως με θυμάμαι. Χαίρομαι σαν περνάω από εκείνο το σημείο και βλέπω πως είναι ακόμα εκεί, νιώθω σα να βλέπω ένα φίλο που μου λέει πως όλα πάνε καλά και θα πάνε ακόμα καλύτερα.
Ο βράχος είναι μια σταθερά της γειτονιάς μου· επειδή όμως μερικές φορές τρελαίνομαι για υπερβολές, ο βράχος είναι και μια σταθερά της ζωής μου. Έχει επιβιώσει αλλαγών δημοτικών αρχών, αναπλάσεων πεζοδρομίων, καθώς και ανακαινίσεων οικιών.
Την τελευταία φορά όμως που τον είδα, δίπλα του ήταν κάποια μαδέρια κι ένας σωρός μπάζα· τρόμαξα. Νομίζω πως διέκρινα κι ένα τραύμα στην άκρη του, ελπίζω να έκανα λάθος, η ώρα ήταν περασμένη και το φως λιγοστό. Μα αν έχω δίκιο; Πάντα σκεφτόμουν πως η ύπαρξή του θα διαρκούσε πολύ περισσότερο από τη δική μου και τώρα φοβάμαι πως μια μέρα θα περάσω και θα λείπει. Ίσως εκείνη τη μέρα να ρωτήσω τους γείτονες μήπως τον είδαν, ίσως μου απαντήσουν πως λείπει σε ταξίδι για δουλειές. Ασφαλώς και θα τους πιστέψω.
Μα ποιος λόγος υπάρχει για να μείνει στη θέση του; Αν πω «αφήστε τον ήσυχο, είναι ο αγαπημένος μου βράχος», με βλέπω να μετράω βράχους για να κοιμηθώ, φορώντας τη λευκή ρόμπα με τα πολύ μακριά μανίκια. Τόσες πέτρες έχει η γη, δε χάθηκε ο κόσμος για μερικές λιγότερες, έτσι δεν είναι; – ίσως και να είναι έτσι.
Ο βράχος έχει πάντοτε για συντροφιά του αγριόχορτα· ιδιαιτέρως παγωμένα της τελευταίες μέρες. Φέτος όμως είναι η πρώτη φορά που ανυπομονώ να δω τους ανοιξιάτικους επισκέπτες του, τρυφερά χαμομήλια και ανέμελες παπαρούνες, επιζητώντας μια επιβεβαίωση: πως δεν είναι τα πάντα τόσο βραχύβια όσο οι άνθρωποι.
Με έχουν δει, μα δεν το έχουν καταλάβει.
Με έχουν πατήσει. Έχουν ξαπλώσει πάνω μου. Έχουν ξεκουραστεί.
Πάντα το ίδιο κάνουν· ποτέ κανείς όμως δεν το αντιλαμβάνεται.
Είμαι εκείνο το γρασίδι στο Θησείο.
Μαζεύω των περαστικών τα λόγια σα φύλλα που πέφτουν. Απορροφώ στιγμές και αγάπες και σκέψεις· όλα όσα αφήνουν φεύγοντας αναζωογονημένοι, μένουν εκεί να με διαποτίζουν.
Έρχεται ο ήλιος κι όσα έμαθα συνθέτω, και τα εκπέμπω ξανά στον αέρα. Συλλογικές σκέψεις για να βοηθήσουν τους επόμενους διαβάτες που θα με πλησιάσουν, αγνοώντας την ύπαρξή μου. Νομίζουν πως σκέφτονται μόνοι τους, μα διαθέτουν τη γνώση όσων βρέθηκαν πριν από αυτούς εκεί. Κάθε χαμόγελό τους όταν απομακρύνονται, είναι για μένα μια ανταμοιβή. Ποτέ κανείς δε με υποψιάζεται και πάντοτε θα συνεχιστεί με τον ίδιο τρόπο.
Σα χάνεται το φως κι η ώρα είναι που σκοτεινιάζει, στο χώμα γέρνω για να κοιμηθώ, όλα τα μυστικά τους αγκαλιάζοντας, ελπίζοντας την επομένη να τα μετατρέψω σε ευτυχία.
[Αυτή είναι η ιστορία του Ρούντολφ, του μικρού ελαφακίου, που νόμιζε ότι μπορούσε να κάνει βόλτες για πάντα ανέμελο· ακούς εκεί...]
Ο Ρούντολφ το ελαφάκι
με τ’ αδέρφια του μαζί
τρέχαν μέσα στα δέντρα
και ακούγαν εμ-πι-θρι
Ο Ρούντολφ τραγουδούσε
«τι να φοβηθώ εδώ;
παίζω, χαμογελάω
είμαι μέσα στο δρυμό»
Πώς να γνωρίζει ο Ρούντολφ
πόσο έδειχνε μικρός
μπρος στις δυνάμεις που είχε
ο άνεμος ο στρατηγός
Το Ρούντολφ το ελαφάκι
και τ’ αδέρφια του ψητά
τα βρήκαμε στο δάσος
στη μεγάλη τη φωτιά
Αχ Ρούντολφ ελαφάκι
φέτος που δε θα ‘ρθεις
χαρά οι γιορτές δε θα ‘χουν
κάλαντα δε θα μας πεις
Ρούντολφ θα σε θυμάμαι
όπου και να βρεθώ
στη μνήμη σου έχω χτίσει
μια ταβέρνα στο βουνό
Η σπεσιάλιτέ μου
μάντεψε: στα κάρβουνα!
πού να σ’ τα λέω τώρα
Ρούντολφ, είσαι λιχουδιά
Ρούντολφ, κι αν σε θυμάμαι
δε λυπάμαι πια εγώ
κι όσα απ’ την ταβέρνα βγάζω
στο καζίνο τ’ ακουμπώ
Ρούντολφ, το καλοκαίρι
φωτιά σαν θα ξαναρθεί
κάποιος σαν κι εμένα ξύπνιος
θα την πιάσει την καλή
Ο Ρούντολφ το ελαφάκι
φάντασμα είναι τώρα πια
κι ίσως να μη γνωρίζει
τι είναι η καληχρονιά
[...αντίο Ρούντολφ. Αυτό το δάσος δεν υπήρξε ποτέ.]