Μια χούφτα αναμνήσεις

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2012

Δε λέω, καλά και τα επαγγελματικά σακουλάκια, καλά και τα πλαστικά μαχαιροπήρουνα, καλά και τα μίνι κέικ, γενικώς καλά τα διάφορα με τα οποία επιβιώνουν τα γραφεία τελετών κι οι επίσημες συγκεντρώσεις.

Αλλά να, όταν κάθεσαι παρέα με τη μοναξιά σου, τη στιγμή που γεμίζεις τη χούφτα σου φρεσκοσπασμένα καρύδια και κόβεις και μερικές μπουκιές ψωμί για να γλυκάνεις τη γεύση, αναλογίζεσαι πως έτσι σε τράταραν ο παππούς κι η γιαγιά κάθε φορά που πήγαινες να τους δεις.

Η μια θύμηση φέρνει την άλλη κι εσύ σκέφτεσαι πως καιρό είχες να κάνεις τέτοιο τσιμπολόγημα. Και πως τελικά για ένα καλό μνημόσυνο δεν χρειάζεται παρά μια χούφτα αναμνήσεις.


Οι μέσα μας κύκλοι

Σάββατο, 5 Φεβρουαρίου 2011

Κάποτε θα συνέβαινε.

Όχι, λάθος διατύπωση· ήδη συνέβαινε, αλλά αργά-αργά, με το συνηθισμένο τρόπο που γίνονται οι αλλαγές πάνω μας και μέσα μας.
Με το συνηθισμένο τρόπο που γίνονται οι αλλαγές για να μην τρομάξουμε αντικρίζοντάς τις, ακόμα κι αν τις έχουμε ήδη αντιληφθεί.

Πάμε πάλι:
Κάποτε θα ερχόταν η στιγμή της συνειδητοποίησης.

Η στιγμή που παύεις να υποθέτεις, η στιγμή που δεν μπορείς να κρυφτείς από τον εαυτό σου, η στιγμή που η αλήθεια εμφανίζεται μπροστά σου και σου χαμογελά παιχνιδιάρικα.

Απλώς δεν ήξερα πότε.

. . .

Η στιγμή ήρθε.

Και τότε βγήκες από μέσα μου, με κοίταξες κι εγώ πάγωσα.
Όχι, πάλι λάθος. Εγώ σε κοίταξα κι εγώ πάγωσα.
Εσύ έφυγες, απομακρύνθηκες κι έμεινα με τον εαυτό μου να με παρατηρώ. Έμεινα να με παρακολουθώ να μικραίνω, να ταξιδεύω δεκαετίες πίσω, να πηγαίνω και να γυρίζω από το σχολείο. Έμεινα να βλέπω το παρόν μου με μάτια που έρχονταν από το παρελθόν.

Αν ήταν εδώ τα παιδιά, θα σκέφτονταν πως οι γονείς είχαν τσακωθεί, θα στενοχωριόνταν, θα ανησυχούσαν, θα ένιωθαν έναν κόμπο στο λαιμό και θα κοιμόνταν με περισσότερες σκιές από όσες συνήθως.

Αν ήταν εδώ τα παιδιά, ποτέ δεν θα μάθαιναν πως πολύ σύντομα όλα θα γίνονταν όπως πριν, ποτέ δεν θα μάθαιναν πως οι άνθρωποι γνωρίζονται καλύτερα μέσα από τις αντιθέσεις, ποτέ δεν θα μάθαιναν πως ο κόμπος δεν βρισκόταν μόνο στο δικό τους λαιμό.

Η στιγμή ήρθε.

Ήταν η στιγμή που συνειδητοποίησα ότι έγινα εσύ.
Η στιγμή που δεν μπορούσα πλέον να σου ξεφύγω.
Η στιγμή που δεν μπορούσα πλέον να μου ξεφύγω.

Τώρα πια το γνωρίζω.
Κάποια στιγμή θα κλείσω κι εγώ έναν κύκλο, γυρεύοντας αιωνίως αφορμή να βγω στην επιφάνεια, να παγώσω το χρόνο και να απομακρυνθώ.

Εκείνη τη στιγμή, να δεις που θα γεννηθεί μια σκέψη που θα αρχίζει κάπως έτσι:

«Κάποτε θα συνέβαινε».


Το παρελθόν ως δώρο

Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2009

Αφήσαμε πίσω μας τα απομεινάρια από τα παλιά τείχη, εκείνα τα τείχη που αφηγούνταν τη συλλογική ιστορία, την ιστορία των ανθρώπων που τα έχτισαν, που τα γκρέμισαν, που ήρθαν και πάλι κοντά τους για να ξεκινήσουν μια ζωή μέσα από παραπήγματα.

Συνεχίσαμε περπατώντας ανάμεσα στα νεώτερα κτίσματα, μέσα από σοκάκια που μύριζαν λέξεις όπως γειτονιά, αυλή, κουτσομπολιό, κληματαριά, γιαγιά, λέξεις που βρίσκονταν στο φυσικό τους περιβάλλον κι έμοιαζαν τόσο όμορφες.

Δεν μου έλεγε πού πηγαίναμε, αλλά ένοιωθα πως κάτι θα συνέβαινε, πως τα παλιά τείχη υπήρχαν ακόμα αόρατα γύρω από τα βήματά μας. Περπατούσε σχεδόν τυχαία, αλλά η ένταση στον αέρα δεν υπήρχε περίπτωση να είναι απλά και μόνο φαντασία μου, και το βλέμμα της αποκλείεται να έψαχνε τυχαία τόσο έντονα τις στροφές. «Στο δρόμο αυτό τιμούσαν τις Μούσες» είπε κάποια στιγμή, κι ύστερα συνέχισε και πάλι αμίλητη, ενώ προσπαθούσα να σκεφτώ ποιο ήταν το μυστικό που θα μου φανερωνόταν.

Στροφή δεξιά, στροφή αριστερά, αριστερά και πάλι, και – αδιέξοδο! Αδιέξοδο για τα οχήματα όμως, όχι για τους πεζούς. Μου ένευσε. Προχώρησα κρατώντας την ανάσα μου. Ό,τι κι αν ήταν, ήταν κάτι σημαντικό για εκείνη.

Μου έδειξε ένα κτίσμα. Δε χρειαζόταν να πει τίποτα. Ήξερα την ιστορία του, την είχα ακούσει πολύ καιρό πριν, τότε που τα κλουβιά φυλάκιζαν αισθήματα και τα κελαηδίσματα επικοινωνούσαν με άλλους χρόνους. Πλησίασα να δω καλύτερα. Το νούμερο στον τοίχο, το όνομα στην πόρτα, το σφραγισμένο παράθυρο, όλα ήταν σημάδια μιας ιστορίας προσωπικής, σημάδια που άλλα είχαν αποκαλυφθεί κι άλλα είχαν φύγει μαζί με τους ανθρώπους που τα έζησαν.

Δεν ήθελα να μιλήσω. Ήθελα να κοιτάξω και να μαζέψω όσο το δυνατόν περισσότερες εικόνες μέσα μου, δεν ήταν μόνο εικόνες όμως, εκείνες τις στιγμές ένιωθα πως μπορούσα να αγγίξω την ιστορία της, μπορούσα να φανταστώ τις ιστορίες που κι εκείνη είχε με τη σειρά της αγγίξει παλαιότερα, και πλέον θα μπορούσα κι εγώ να τις μεταφέρω στο παρόν και στη μνήμη μου για όσο κρατήσουν.

Όταν δεν μπορούσαμε να δούμε τίποτα περισσότερο, όταν δεν υπήρχε λόγος να μείνουμε άλλο σε αυτό το παρελθόν, συνεχίσαμε το περπάτημα στα στενά μέχρι που ύστερα από ώρα φτάσαμε στις λεωφόρους με την κίνηση του παρόντος. Μέσα μου όμως φυλάω από τότε εκείνες τις στιγμές, γνωρίζοντας πια πως ένα από τα μεγαλύτερα δώρα είναι το παρελθόν.


Υπόμνημα

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2009

Όταν θα έρθει και για μένα η στιγμή
για πάντα να χαθώ
στον άνεμο ή στη γη ή και στα πέλαγα

ας μείνει κάπου ένα σύμβολο μονάχα
να νιώθουν πως μπορούν να μου μιλούν
όσοι με αγάπησαν
ακόμα κι αν δεν με συνάντησαν ποτέ.


Νεκρές λέξεις

Παρασκευή, 2 Φεβρουαρίου 2007

Όταν σταματήσω να ανασαίνω,

δεν θα έχω φύγει, δεν θα έχω σβήσει, δεν θα έχω χαθεί,
δεν θα έχω ξεκινήσει το τελευταίο μου ταξίδι.

Θα έχω πεθάνει.

Κι αν γίνω καλό λίπασμα,
τότε θα έχω προσφέρει κάτι ουσιαστικό.


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.