Θυμώνιασε

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2008

Θυμώνας, ο [θimónas]: Νοητή εποχή του έτους. Παρεμβάλλεται δια της λεκτικής βίας μεταξύ καλοκαιριού και φθινοπώρου, εικάζεται πως προσπαθεί να αντικαταστήσει το φθινόπωρο και το χειμώνα. Συνήθως χρησιμοποιείται στα πολυπληθή αστικά κέντρα κατά τη λήξη του καλοκαιριού (ειδικότερα των θερινών αδειών), οπότε και οι ταξιδιώτες επιστρέφουν με ανείπωτη χαρά στον τόπο διαμονής κι εργασίας τους. Η ευχάριστη διάθεσή τους αντανακλάται σε αυτή τη νοητή εποχή, που σηματοδοτεί την επάνοδο στην καθαρή ατμόσφαιρα, την άνετη κυκλοφορία και συγκοινωνία, την αγάπη προς τον πλησίον. || (ευχή) καλό θυμώνα: απευθύνεται προς το συνάνθρωπο του οποίου τα ξινισμένα μούτρα το γλυκό πρόσωπο είχε καιρό να δει ο ευχόμενος, με την ελπίδα να περάσει έναν κακό, ψυχρό κι ανάποδο όμορφο θυμώνα. || (αντευχή) καλό θυμώνα στα μούτρα σου, αν δεν μου πεις «καλό φθινόπωρο» δεν σου ξαναμιλάω μέχρι την άνοιξη: απάντηση στο συνάνθρωπο που ξεστόμισε την ανωτέρω ευχή, δηλώνει την ολόψυχη αποδοχή της και την εκ βάθους καρδίας άνθιση αγνών συναισθημάτων. [μσν. χειμώνας + θυμώνω < αρχ. χειμών, αιτ. -ῶνα + θυμ(ῶ) -ώνω]


Η κουκκίδα

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2008

Είναι κάποιες μέρες που δεν μου αρκεί η συμπαράσταση μέσω της σκέψης, ούτε θέλω να τις εκμεταλλευτώ για ξεκούραση.
Κοιτάζοντας τη φωτογραφία της ημέρας, θέλω να ξέρω ότι ήμουν μια μαύρη κουκκίδα παρουσίας και όχι μια άσπρη κουκκίδα απουσίας.
Άμεσο κέρδος, η συνάντηση με άλλες κουκκίδες – η επιβεβαίωση ότι υπάρχουν κι άλλες κουκκίδες. Απώτερο κέρδος, προς το παρόν άγνωστο. Πού ξέρεις όμως, ίσως κάποτε γεμίσει η φωτογραφία.


Φέρτε μου πίσω την αλεπού

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2007

Η πρώτη ήταν μέσα στο λεωφορείο.
Η επόμενη σε μια κολόνα στο δρόμο.
Αν είναι δυνατόν! Δύο κιόλας, και δεν είναι ακόμα Δεκέμβριος!
Πρέπει να κοιτάζω στο έδαφος ή στον ουρανό· όχι ευθεία πάντως, υπάρχει κίνδυνος να την ξαναπάθω.

Φοβάμαι όμως πως δεν υπάρχει ελπίδα, σίγουρα πάλι θα την πετύχει το βλέμμα μου από μια αφίσα που θα φωνάζει: «μην ξεχάσεις να έρθεις στο φετινό μας, στο καλύτερο, στο γιορτινό, για τα παιδιά, για τα ζώα, για τα δέντρα, για ό,τι βάλει τέλος πάντων το μυαλό σου, στο ένα και μοναδικό bazaar»!

Πώς να το αποφύγω; Έχω πάρει ειδική συνταγή από γιατρό για τα σπυράκια που βγάζω μόλις βλέπω ή ακούω τη λέξη «bazaar», μα πάντα βρίσκεται μπροστά μου. Τη νιώθω τόσο ψυχρή, τόσο απρόσωπη, να με παρατηρεί περιτριγυρισμένη από κοσμήματα και γούνες, μαλλιά άρτι εξαχθέντα εκ κομμωτηρίου, κοσμικές στήλες. Μα κυρίως: άκλιτη· επομένως άκαμπτη, δίχως ζωντάνια.

Παράξενο· γνώρισα την Τουρκάλα γιαγιά της πριν από πολλά χρόνια, ήρθαμε αργά-αργά πιο κοντά, έμαθα να τη νιώθω συντοπίτισσά μου, να τη βλέπω και να σκέφτομαι κόσμο και φασαρία, φωνές και ανθρώπους, ζωή. Και τώρα έρχεται η εγγονή της και λέει πως κατάγεται από τας Αμερικάς και τας Αγγλίας, και να μην ευρισκόμεθα εις απόστασιν ελαχίστη, διότι είμεθα αριστοκράται – σας παρακαλώ!

Λυπάμαι που θα κακοκαρδίσω την εγγονή, μα με απωθεί και δεν την αντέχω. Τρόπο να μην τη συναντώ δεν έχω, εκτός κι αν φορέσω παρωπίδες. Μόνο μια παράκληση μπορώ να απευθύνω, στις αόρατες δυνάμεις που τη ρίχνουν στο δρόμο μου· φέρτε μου πίσω το παζάρι, σας εκλιπαρώ, μονάχα εκεί η αλεπού μπορεί να πάει, μονάχα εκεί θέλω να μάθω τι γυρεύει.


Παραλύα

Σάββατο, 21 Ιουλίου 2007

Ψιλή άμμος παντού, κάθε κόκκος και μια λεπτομέρεια από όσα ήθελες να ξεχάσεις. Έχεις ήδη ξαπλώσει· είναι το μόνο που επιτρέπεται να κάνεις. Δεν μπορείς να παίξεις, να τρέξεις, να περπατήσεις, να μιλήσεις. Στην παραλύα μένεις σε ακινησία και χωρίς φωνή.

Μπροστά σου βλέπεις τη θάλασσα. Μια θάλασσα προβλήματα, τα κύματα αφρίζουν και πλησιάζουν, θα ήθελες να πάρεις τη σανίδα και να σερφάρεις στα μεγαλύτερα. Μα δε μπορείς να κινηθείς. Τα κύματα συνεχώς μεγαλώνουν, έρχονται και σκάνε στην ακτή, στην αρχή κάπως μακριά σου, μα όσο περνάει ο χρόνος ολοένα και πιο κοντά.

Στην παραλύα είναι πάντα μεσημέρι. Ο ήλιος είναι ακριβώς επάνω σου. Σε ζεσταίνει μα καταλαβαίνεις πως δεν έχεις ούτε αντηλιακό ούτε γυαλιά ηλίου ούτε τίποτα. Στην παραλύα δεν νυχτώνει, ο ήλιος σε φωτίζει πάντα και δεν υπάρχει πουθενά σκιά, ούτε να κρυφτείς ούτε να δροσιστείς. Αν μείνεις στην παραλύα θα καείς.

Όταν φυσάει, ο άνεμος είναι πάντα λίβας. Αν είναι αδύνατος, αρχίζεις να ανασαίνεις την άμμο. Αν είναι δυνατός, το μαστίγωμα από τους κόκκους τής άμμου είναι μια έμπρακτη υπενθύμιση των όσων έκρυβες από τον εαυτό σου.

Παραλύα. Δεν είναι τόπος, μα πάντοτε μπορείς να βρεθείς εκεί. Πρέπει να φύγεις. Θα τα καταφέρεις;


Βλάττει σοβαρά την υγεία

Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2007

Η καταραμένη η περιφερειακή όραση φταίει.
Μάλλον πρέπει να πάω στο οφθαλμιατρείο για εξετάσεις: οπτικά πεδία και δε συμμαζεύεται.

Κι αν τυχόν το αποτέλεσμα βγει εξαιρετικό (που πολύ το φοβάμαι), θα ρωτήσω μπας και γίνεται να κάνουμε κάτι να το χειροτερέψουμε. Καμιά εγχείριση, καμιά γροθιά στο μάτι (και στο δεύτερο αν χρειαστεί), αν δεν υπάρχει λύση ας βάλω και παρωπίδες (κανονικές, όχι από αυτές που φοράω καθημερινά).

Δε φταίω εγώ γιατρέ μου, Αυτή η καφέ σκιά που ανέβαινε στον τοίχο φταίει, Την είδα με την άκρη του ματιού χωρίς να το θέλω και μετά άντε να ησυχάσω. Δυο λεπτά (ψέματα, ογδόντα δύο δευτερόλεπτα) προτού πάω για ύπνο ήταν, ήρθε να με ταράξει πανάθεμά Τη! Έκανα βέβαια πως δεν Την είδα, μπας και κάνει κι Αυτή το ίδιο και χωρίσουμε σα φίλοι (λέμε τώρα), αλλά Αυτή τίποτα. Συνέχισε να ανεβαίνει.

Δε μπορεί, σκέφτομαι, τόση ανωτερότητα επιδεικνύω, δε θα μου κάνει τη χάρη να φύγει; Αμ δε! Σταμάτησε για λίγο, φαίνεται σκεφτόταν τι κόλπο να κάνει. Πήρε βαθιά ανάσα (έτσι τουλάχιστον μου φάνηκε), άπλωσε τα έλυτρά Της και ξεκίνησε μια πτήση μες στο δωμάτιο. Ευτυχώς που (να μην το παινευτώ, αλλά) φημίζομαι για τα αντανακλαστικά μου, και με μια ταχύτατη κίνηση Την απέφυγα.

Δεν πρόλαβα να γυρίσω να δω πού προσγειώθηκε, πρόλαβα όμως να ακούσω τον ήχο από την εκ νέου απογείωσή Της. Χωρίς να ξέρω το δρομολόγιό Της, κι ελπίζοντας πως δε θα κάνει στάση ολίγων δευτερολέπτων στο κεφάλι μου, μετακινήθηκα προς τον έναν τοίχο. Η τύχη με βοήθησε κι Εκείνη διάλεξε έναν από τους υπόλοιπους τρεις. Δηλαδή θα κοιμόμουν στο ίδιο δωμάτιο με Αυτή; Να ξέρω πως πετάει τριγύρω μου; Να ξέρω πως κάνει βόλτες γύρω μου; Να σκέφτομαι πως θα κάνει πικ νικ πάνω μου; Παιχνίδι του μυαλού, παιχνίδι χαμένο.

Οπλίστηκα με μια τζαμπέ εφημερίδα που δεν είχα καν προφτάσει να διαβάσω. Α, είναι πολύ καλές αυτές οι εφημερίδες· δεν έχουν τόσο πολλές σελίδες ώστε να είναι άβολες, έχουν αρκετές σελίδες ώστε να προκαλέσουν απώλειες στον αντίπαλο, είναι ευέλικτες (εν αντιθέσει λ.χ. με ένα βιβλίο), είναι πιο εύχρηστες και ως ασπίδα (εν αντιθέσει με μια σαγιονάρα ή με ένα παπούτσι). Απέμενε να αποδειχτεί στην πράξη.

Στην επόμενη πτήση Της, Της έδειξα τη διαφήμιση της τελευταίας σελίδας· φαίνεται πως Της φάνηκε τόσο κακόγουστη που ταράχτηκε και έπεσε. Προσγειώθηκε άγαρμπα αλλά πρόλαβε να τρυπώσει κάτω από τη βιβλιοθήκη. Η μάχη είχε ακόμα μέλλον. Περίμενα. Ύστερα από λίγο αποφάσισε να ξεμυτίσει τρέχοντας προς την κουζίνα. Προτού χωθεί πάλι κάτω από κάποιο έπιπλο, Της έδωσα να διαβάσει τους τίτλους στην πρώτη σελίδα. Μάλλον Της φάνηκαν βαρείς και άφησε την τελευταία Της πνοή. Τελικά «free press» μπορεί να σημαίνει και «ελεύθερη πίεση».

Η μάχη κερδήθηκε. Ο πόλεμος βέβαια είναι χαμένος, αλλά ποιος να σκεφτεί τον πόλεμο την ώρα της μάχης. Αυτή δεν τα κατάφερε, αλλά κάποιοι απόγονοί Της, ίσως πολλές γενιές από τώρα (δεν έχω εντρυφήσει επαρκώς στις αναπαραγωγικές συνήθειές Τους και την πληθυσμιακή ανάπτυξή Τους) θα διηγούνται στα μικρά τους ότι κάποτε σ’ αυτόν τον πλανήτη ζούσαν κάτι χαζά πλάσματα με μόνο δύο πόδια, χωρίς φτερά και χωρίς κεραίες. Που νόμιζαν πως ήταν κυρίαρχα (σε αυτό το σημείο τής διήγησης φαντάζομαι πως θα τραντάζεται η φωλιά από τα γέλια, αλλά δεν έχω εντρυφήσει ούτε στους κώδικες επικοινωνίας, στη λογοτεχνία και το χιούμορ Τους).

Κατάλαβες τώρα γιατρέ μου; Κάτι πρέπει να κάνουμε. Βλάττει σοβαρά την υγεία μου, την ψυχική νομίζω. Κατά πρώτον δεν τολμώ να ρωτήσω κανέναν κύριο στην αποβάθρα του μετρό «τι ώρα είναι;». Και κατά δεύτερον έχω μέρες να διαβάσω πρωτοσέλιδο. Άσε που δεν ξέρω τι θα έκανα αν ήταν αράχνη.