Πλήρες τρόμου

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

Μη μου μιλάς για το κενό και για τον τρόμο του.
Ποιος τρόμος;
Πάντοτε μια χαρά τα πήγαινα με το κενό
κι αυτό μαζί μου.

Το πλήρες βόηθησέ με ν’ αντιμετωπίσω.
Εκεί είναι ο δύσκολος δεσμός
που περιμένει να λυθεί.

Ή μήπως μόνο αν κοπεί θα με γλιτώσεις;

Γύρω μου το κενό
κι εγώ την ησυχία του ν’ απολαμβάνω.
Ψάχνω και ψάχνομαι και πάλι ζωντανεύω.
Διαύγεια.

Όμως στο πλήρες όλα γίνονται θολά.
Δίπλα μου
γύρω μου
τα πάντα ασφυκτικά
και χώρος ούτε για μια τόση δα ανάσα.

Δίπλα μου
γύρω μου
τα πάντα

και τόσο εύκολο να παρανοηθεί
η εγγύτητα με τη επικοινωνία
η εγγύτητα με την ιδιοκτησία

και να νομίζω ότι έχω
και τελικά να νομίζω ότι είμαι.
Αιώνιο λάθος.

Τότε είναι που το πλήρες έχει επικρατήσει
μεταφέροντας το κενό μέσα μου.

Αυτός είναι τρόμος.


Πάμε να χαζέψουμε ρούχα στις βιτρίνες

Κυριακή, 11 Μαΐου 2008

[Εκεί]

Όταν πηγαίναμε επισκέψεις, πάντοτε με έντυναν με τα καλά μου. Δεν ξέρω πώς τύχαινε όμως, κάθε φορά γινόταν η ίδια αντιστοίχιση ανάμεσα στα ρούχα και στο σπίτι στο οποίο θα πηγαίναμε – ίσως να μην τύχαινε βέβαια, ίσως να είχε διαπιστωθεί ότι στο α σπίτι άρεσαν τα β ρούχα, ενώ στο γ σπίτι άρεσαν τα δ ρούχα, κι έτσι να παγιώθηκε ο συνδυασμός.

Το αποτέλεσμα ήταν πως ύστερα από κάμποσο καιρό, το καρώ πουκάμισο είχε αποκτήσει μυρωδιά θεία Σοφία, το κοτλέ παντελόνι μύριζε θείο Αντώνη, όσο για την πράσινη πλεχτή ζακέτα, αυτή είχε διαποτιστεί από τη μυρωδιά κυρία Ιουλία και κύριος Στράτος (ή αλλιώς, οι Κυψελιώτες). Όταν λέω μυρωδιά, δεν αναφέρομαι σε άρωμα αγοραστό, σε κολόνια· εννοώ την αδιόρατη μυρωδιά που χαρακτηρίζει κάθε σπίτι, ένα συγκερασμό από τα φαγητά που έχουν ψηθεί όλα τα χρόνια, από την υγρασία που κρύβεται επιμελώς μέσα στους τοίχους, από τις διάφορες εκκρίσεις που πιστοποιούν πως πρόκειται για ανθρώπινη κατοικία, από την απόστασή του από το χώμα, από το σύνολο των οσμών που τοποθετούν το κάθε οίκημα σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο.

Όντας ένας περαστικός, ένας επισκέπτης, δεν αντιλαμβανόμουν αυτή τη μυρωδιά άμεσα, φορώντας όμως πάντα το ίδιο ρούχο πηγαίνοντας στο ίδιο σπίτι, το ύφασμα κατέληξε να αντικαταστήσει την όσφρησή μου, αποκαλύπτοντάς μου την κάθε μυρωδιά στην πλήρη της έκταση. Έτσι, το καρώ πουκάμισο μύριζε φως, το κοτλέ παντελόνι μύριζε γρασίδι, ενώ η πράσινη πλεχτή ζακέτα μύριζε κλεισούρα. Η τύχη αυτών των ρούχων ήταν εξαρτημένη πλέον και από την οσμή που δεν μπορούσαν να αποχωριστούν· το καρώ πουκάμισο είχε γίνει αγαπημένο μου, το κοτλέ πάντα με ενοχλούσε αλλά τώρα το αντιμετώπιζα θετικότερα, όσο για την πράσινη πλεχτή ζακέτα -μπλιαχ!- αυτοί οι αχώνευτοι οι Κυψελιώτες με έκαναν να τη σιχαθώ.

[Εδώ]

Όταν έρχονταν επισκέψεις, πάντοτε με έντυναν με τα καλά μου. Όταν έρχονταν επισκέψεις, πάντοτε όλο το σπίτι ντυνόταν με τα καλά του. Τα χρησιμοποιημένα πράσινα σαπούνια κρύβονταν και στη θέση τους εμφανίζονταν καινούρια μοσχοσάπουνα, οι νοτισμένες πετσέτες εξαφανίζονταν και τη θέση τους έπαιρναν οι πεντακάθαρες, τα καλύμματα που προστάτευαν τα έπιπλα από τη φθορά απομακρύνονταν κι επιτέλους βλέπαμε την πραγματική όψη των επίπλων. Το τραπέζι φορούσε το καλύτερο τραπεζομάντηλό του, σκόνη δεν υπήρχε πουθενά ούτε για δείγμα, τα είδη υγιεινής έλαμπαν περισσότερο από ποτέ, ούτε μια τρίχα δεν υπήρχε στο πάτωμα. Με λίγα λόγια, το σπίτι ήταν άψογο.

Το σπίτι ήταν άψογο· φρίκη! Δίσταζα να πλύνω τα χέρια μου, φοβούμενος πως οι σταγόνες που θα πέσουν στο νιπτήρα θα χαλάσουν την τελειότητα. Απέφευγα να καθήσω στα έπιπλα πριν έρθουν οι επισκέπτες, μην τυχόν και δεν αντικρίσουν το πόσο ατσαλάκωτα ήταν. Αν τύχαινε και τα ρούχα που φορούσα ήταν πολύ καινούρια, η κάθε μου κίνηση ήταν μια απειλή για την ακεραιότητά τους· μην τα λεκιάσω, μην τα ξεχειλώσω. Ουφ! Θα κρατήσει πολύ ακόμα αυτή η επίσκεψη; σκεφτόμουν εγκλωβισμένος στην ευπρέπεια.

Περισσότερο νομίζω πως με ενοχλούσε η αντικατάσταση των αντικειμένων. Σαν να διακοπτόταν απότομα η ροή του χρόνου, να άρχιζε προσωρινά η μέτρησή του ξανά από το μηδέν, εμβόλιμες σκηνές σε ήδη αρχινισμένη ταινία, μέχρι να φύγουν οι επισκέπτες και ο χρόνος να συνεχίσει να τρέχει από το σημείο στο οποίο είχε (θέλοντας και μη) παγώσει. Ελάτε πράσινα σαπούνια, νοτισμένες πετσέτες, καλύμματα επίπλων, η απόκρυψή σας έλαβε τέλος, μπορείτε και πάλι να εμφανιστείτε! – η αλήθεια είναι πως το μόνο που με στενοχωρούσε ήταν πως τα έπιπλα θα σκεπάζονταν ξανά με τα θλιβερά καλύμματα. Εμπρός πραγματική ζωή μου, μπορείς να συνεχίσεις να κυλάς. Επιτέλους, μπορούσα να αναπνεύσω.

[Τώρα]

Ένα πράγμα εύχομαι κάθε φορά που ξεκινάω για μια επίσκεψη και αφού έχω φροντίσει να φορέσω διαφορετικά ρούχα από την προηγούμενη φορά· να μην πάω να χαζέψω τις βιτρίνες.


Εγκληματίζοντας το φύλλο πορείας

Παρασκευή, 11 Απριλίου 2008

Ξαφνικά, να σου η deadend mind μ’ ένα πάκο ερωτήσεις. Άντε τώρα να απαντήσω…

1. Γιατί κλαις;
Μα είναι δυνατόν; Αν αυτή η ερώτηση σεβόταν το ερωτηματικό της θα έπρεπε να διατυπωθεί ως «γιατί χλαις;» όπως είχε προ ετών προταθεί από την γονιδιακή επιτροπή τραγουδοποίησης. Το κλάμα είναι πολύ οξύ, με ακμές που στάζουν και οδηγούν σε κάποιο επιτέλους τέλος. Αντιθέτως, το χλάμα όπως και ο χοχλιός μένουν μέσα στο κέλυφός τους και βγαίνουν έξω μόνο όταν βρέχει, ή ύστερα από τη βροχή, οπότε και θα είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς αν πρόκειται περί βρόχινων ή δακρυϊκών σταγόνων. Διάφοροι ιατρικοί κλάδοι, όπως η γεωπονία και η σεισμολογία, θεωρούν το χλάμα ως εσώτερη έκφραση των αισθημάτων, που όταν ξεπεράσει ένα ορισμένο όριο αντοχής (διαφοροποιούμενο ανά πρόσωπο) εξωτερικεύεται ως κλάμα.
Συγγνώμη, είχες ρωτήσει κάτι; Α, πρόκειται περί παρεξήγησης μάλλον· τώρα δεν κλαίω.

2. Γιατί δεν κλαις;
Είναι η ώρα περασμένη, και δεν θέλω να ξυπνήσω κανέναν.

3. Που είναι ο βάλτος;
Ο βάλτος ήτανε βαλτός, μα άργησα να το μάθω
στο δρόμο μου πετάχτηκε κι έμοιαζε με μια λίμνη
μα όσο κι αν προσευχήθηκα στα μπανγκαλόουζ στον Άθω
το τέλος που είχα θύμιζε λίγο κυρα-Φροσύνη.

4. Ποιος και πού είναι ο δεσμοφύλακας;
Ενώ η νύχτα πέφτει στο Παλέρμο, ο διαβολικός δεσμοφύλακας ανοίγει το κελί κι ελευθερώνει τον κατάδικο. Προσωρινά μόνο· ίσα για να πάει να κάνει τη δουλειά που του έχει ανατεθεί, αθόρυβα, χωρίς να αφήσει ίχνη, χωρίς να κινήσει υποψίες. Ύστερα θα επιστρέψει στο κελί του, και την επομένη το πρωί θα είναι ένας υπεράνω πάσης υποψίας φυλακισμένος. Εξάλλου γιατί να μην πιστέψουν ότι το βράδυ στο κελί έπεσε πάνω του ένα βαρέλι κέτσαπ;

5. Που συναντάς μία εντελώς δική σου άβυσσο;
Ποτέ δεν είναι εντελώς δική μου, αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό. Πάντοτε έρχονται απρόσκλητοι καλεσμένοι οι άλλοι από την κόλαση. Ίσως και να είμαι η άβυσσός τους, δεν ξέρω ακόμα.

6. Περιφρονείς κάτι;
Δε θυμάμαι.

7. Θα ερωτευόσουν για πάντα;
Έχω ερωτευτεί για δελφίνι, έχω ερωτευτεί για τίγρη Σουμάτρας, έχω ερωτευτεί για αργυροπελεκάνο, ε ναι λοιπόν, νομίζω πως θα ερωτευόμουν και για πάντα. Γιατί όχι άλλωστε; Κάθε φορά που κερδίζω για πάντα, πληθαίνω τη συλλογή μου από μπαλάντες.

8. Γιατί πουλιούνται τα “έργα τέχνης”;
Επειδή οι καλλιτέχνες δεν έχουν τόσο χώρο για να τα κρατήσουν, αλλά δεν είναι και παιδοκτόνοι ώστε να τα καταστρέψουν. Έτσι τα δίνουν για υιοθεσία. Η χρηματική αμοιβή είναι κατά κάποιον τρόπο μια υπόσχεση από τους θετούς γονείς ότι θα δείξουν την απαιτούμενη φροντίδα.

9. Μήπως να αφαιρεθούν τα εισαγωγικά από την προηγούμενη ερώτηση;
Γιατί πουλιούνται τα έργα τέχνης;

10. Do you remember revolution?
I not talk england. Sorrie.

11. Θα ανέβαινες σε ένα βουνό αν το επέβαλλε το ωροσκόπιό σου;
Θα ανέβαινα ένα βουνό μονάχα αν επρόκειτο να κατέβω έναν λόφο. Δυστυχώς το ωροσκόπιο δεν γράφει το ζώδιό μου.

12. Θα σκότωνες τον παππού σου αν το τζάμι δεν έσπαγε από τον πάγο;
Να σου πω την αλήθεια, μπερδεύτηκα. Προτιμώ να μείνω παγερά ατζαμής.

13. Θα μπορούσες να κλείσεις τα μάτια σου αν η ζωή σου έστηνε καρτέρι;
Η Ζωή είναι ωραία· γνωστό αυτό. Επίσης γνωστό είναι ότι τα έχει με άλλον. Λάθος όμως. Κανείς δεν ξέρει ότι τα βράδια σιγοτραγουδάει: «Καρτερίνα Καρτερινάκι / είσαι της Ζωής τ’ αεράκι / Καρτερίνα Καρτερινάκι / πες μου πως με θέλεις λιγάκι…»

14. Θα κυλούσε η πέτρα του θανάτου το πρωί αν δεν κινδυνεύατε να τιμωρηθείτε από το νόμο;
Κάθε πρωί κυλάει η πέτρα που ο νομοθέτης Σίσυφος ανεβάζει στην κορυφή τής ημέρας. Πέραν τούτου, ουδέν.

15. Θα εξετάζατε το ενδεχόμενο να διανύσετε τα μεσάνυχτα από την αρχή μέχρι το τέλος την οδό Αχαρνών αν γνωρίζατε ότι ποτέ δεν πρόκειται να σας συλλάβουν;
Εννοείς πως τα μεσάνυχτα έχουν αρχή και τέλος; Να και κάτι που μαθαίνω απόψε! Από μέρους μου θα ήθελα να γνωστοποιήσω πως η Αχαρνών είναι γνωστή και ως «Λεωφόρος της γενοκτονίας του Πάσχα», συμβολίζοντας τα πάμπολλα «αχ!» των αρνών που αφήνουν το μάταιο τούτο υπόκοσμο.

16. Θα σκότωνες τον Μπους αν σου χάριζαν 10 λαχταριστά εκλέρ;
Δε θα σκότωνα ούτε εκλέρ. Δεν πιστεύω να είσαι ο δεσμοφύλακας, έτσι;

17. Θα μου έδειχνες τα σαπισμένα σου δόντια αν έβλεπες μέσα τους τα αστέρια;
- Φίλα με στα δόντια, σου είχα πει.
Δεν είχα καταλάβει πόσο ήταν το πάθος της καρδιάς σου.
Δεν είχες καταλάβει πόσο ήταν το σάπισμα των δοντιών μου.
Ήσουν ασυγκράτητη και ήρθε η καταστροφή.
- Φύλα μου τα δόντια, σου λέω τώρα.
Κι εσύ τα παίρνεις και τα βάζεις στο ποτήρι με το νερό προτού πέσουμε για ύπνο.

18. Θα έπεφτες στο πηγάδι αν ήσουν θλιμμένος;
Πού να σ’ τα λέω τώρα! Πήγ’ Άδη και γύρισα!


Ερωτήθην από την deadend mind, η οποία ερωτήθη από το Thogia, που ερωτήθη από την 3partiesaday, που ερωτήθη από τη Δέσποινα, που ερωτήθη από τη Daria Pavlovna, που ερωτήθη από τον UrBaN, που ερωτήθη από την Incontinentia, που ερωτήθη από τη Mane-tarious, που ερωτήθη από τη roadartist, που ερωτήθη από τη Μαριλένα, που ερωτήθη από την Τασούλα, που ερωτήθη από το Σταύρο. Και που τον Οκτώβριο του 2006 η Υπερρεαλιστική Ομάδα Αθηνών είχε ρωτήσει πολύ κόσμο (όχι εμένα όμως), και παρουσίασε δειγματοληπτικά κάποιες απαντήσεις. Μα καλά, ποιος είμαι, ο Πίκος Απίκος;


Με την οκά

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2007

Πέντε στάσεις έμεναν ακόμα μέχρι να αποβιβαστώ. Ο συρμός έτρεχε, άνοιγε πόρτες, βαβούρα, έκλεινε πόρτες, συνέχιζε. Έχοντας βυθιστεί στο κάθισμά μου, κοιτάζοντας μέσα μου όσα δεν προλαβαίνω να δω άλλες στιγμές, περίμενα τον προορισμό.

Στην επόμενη στάση το κάθισμα δίπλα μου έτριξε. Δεν κοίταξα, ποτέ δεν κοιτάζω. Προσπαθώ από τους ήχους, τις οσμές και τις κινήσεις να εντοπίσω όσα περισσότερα στοιχεία μπορώ· μόνο στην αποβίβαση ρίχνω μια ματιά, θέλοντας να δω πόσο επιτυχείς ήταν οι υπολογισμοί μου. Γυναίκα, σκέφτηκα, τουλάχιστον εβδομήντα ετών.

Δεν πρόλαβα να σκεφτώ τίποτε άλλο, ούτε πρόλαβα να μη σκεφτώ. Το μυαλό μου πλημμύρισε από βαριά μυρωδιά μπακάλικου, μα όχι έτσι αόριστα· ήταν ανοιχτά βαρέλια με ελιές, ήταν το παλιό μπακάλικο απέναντι από το σπίτι, μια ανάμνηση περασμένων δεκαετιών σε τρεμάμενο χλωμό ημίφως. Παρατήρησα τα ράφια, τα γάλατα, τα όσπρια, ήταν ακριβώς όπως τα θυμόμουν, ετοιμάστηκα να ζητήσω φακές και -

«…ανταπόκριση με τη γραμμή 2…», η φωνή από τα μεγάφωνα με έκανε να ανοίξω τα μάτια μου, συνειδητοποιώντας ότι έπρεπε να βγω από το βαγόνι. Σηκώθηκα, στρέφοντας το βλέμμα στο διπλανό κάθισμα, ελπίζοντας να είχα καταλάβει σωστά. Κανείς· μάλλον είχε αποβιβαστεί νωρίτερα. Μόνο κάτι γυάλιζε στο κάθισμα. Ήταν δυο τρύπιες δεκάρες.


Απόκοσμη

Κυριακή, 19 Αυγούστου 2007

Ο ουρανός σκοτείνιασε με το αρρωστημένο ωχροπορτοκαλί χρώμα.
Οι στάχτες άρχισαν να μεταφέρουν μακριά το πένθιμο μήνυμά τους.
Κατάφερα να πάρω άλλη μια ανάσα.
Παντού η μυρωδιά της φωτιάς, σκέφτηκα.

Είχα κάνει λάθος· είναι η μυρωδιά του θανάτου.


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.