Εκείνο το χειμωνιάτικο βράδυ που η πόλη είχε σταματήσει να κινείται,
εκείνη την παγωμένη νύχτα που τα μάτια έψαχναν τρομαγμένα μέσα στο πιο θαμπά φώτα που είχαν φανταστεί ποτέ,
εκείνες τις στιγμές που οι σκέψεις έκαναν στην άκρη προτού προλάβουν να γίνουν ύλη,
όταν οι φωνές αντηχούσαν μακρινές και ξένες στα τοιχώματα του εγκεφάλου,
όταν κάθε ήχος εξαφανιζόταν αν δεν ήταν ουρλιαχτό,
ποτέ κανείς δεν κατάφερε να μάθει
αν οι κραυγές προσπαθούσαν να μιλήσουν
ή μόνο να διώξουν από μπροστά τον τρόμο.