Θυμώνιασε

Θυμώνας, ο [θimónas]: Νοητή εποχή του έτους. Παρεμβάλλεται δια της λεκτικής βίας μεταξύ καλοκαιριού και φθινοπώρου, εικάζεται πως προσπαθεί να αντικαταστήσει το φθινόπωρο και το χειμώνα. Συνήθως χρησιμοποιείται στα πολυπληθή αστικά κέντρα κατά τη λήξη του καλοκαιριού (ειδικότερα των θερινών αδειών), οπότε και οι ταξιδιώτες επιστρέφουν με ανείπωτη χαρά στον τόπο διαμονής κι εργασίας τους. Η ευχάριστη διάθεσή τους αντανακλάται σε αυτή τη νοητή εποχή, που σηματοδοτεί την επάνοδο στην καθαρή ατμόσφαιρα, την άνετη κυκλοφορία και συγκοινωνία, την αγάπη προς τον πλησίον. || (ευχή) καλό θυμώνα: απευθύνεται προς το συνάνθρωπο του οποίου τα ξινισμένα μούτρα το γλυκό πρόσωπο είχε καιρό να δει ο ευχόμενος, με την ελπίδα να περάσει έναν κακό, ψυχρό κι ανάποδο όμορφο θυμώνα. || (αντευχή) καλό θυμώνα στα μούτρα σου, αν δεν μου πεις «καλό φθινόπωρο» δεν σου ξαναμιλάω μέχρι την άνοιξη: απάντηση στο συνάνθρωπο που ξεστόμισε την ανωτέρω ευχή, δηλώνει την ολόψυχη αποδοχή της και την εκ βάθους καρδίας άνθιση αγνών συναισθημάτων. [μσν. χειμώνας + θυμώνω < αρχ. χειμών, αιτ. -ῶνα + θυμ(ῶ) -ώνω]

2 σχόλια προς “Θυμώνιασε”

  1. deadend mind λέει:

    τρίζει η καρέκλα του μπαμπινιώτη! :D

  2. dizzydream λέει:

    Χα χα χα !!!!

Υποβολή απάντησης